Πέμπτη, 28 Μαΐου 2009

ΑΛΛΟΥ ΕΙΝΑΙ ΟΙ ΕΙΔΗΣΕΙΣ!

ΠΕΣ ΜΟΥ ΤΙΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΣΟΥ, ΝΑ ΣΟΥ ΠΩ ΠΟΙΟΣ ΕΙΣΑΙ...
Κάθε μέρα μιλάνε οι πολιτικοί και λένε τα ίδια ακριβώς ανούσια λόγια, κάθε μέρα, επίσης, κάνουν τα ίδια ακριβώς ανόσια καμώματα. Κάθε μέρα πάλι ένα τεράστιο πλήθος άμουσων και ατάλαντων επιδεικνύουν τα καραγκιοζιλίκια τους σε πίστες και δημόσιους χώρους. Κάθε μέρα κάτι τρέχει με τις μπάλες στα γήπεδα, με τον άρτο και τα θεάματα ενός εξαγριωμένου ή αποχαυνομένου όχλου. Κάθε μέρα ληστείες και ξύλο, κομπίνες και τάχα φιλανθρωπίες, δεξιώσεις, χρηματηστήρια, δημοσκοπήσεις και αμέτρητες άλλες σαχλαμάρες. Κάθε μέρα, αυτά τα ίδια και τα ίδια... τα μεγάλα θέματα των ειδήσεών μας!

ΑΥΤΕΣ ΕΙΝΑΙ ΟΙ ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΜΑΣ, ΑΥΤΗ ΕΙΝΑΙ Η ΖΩΗ ΜΑΣ!

Και, βέβαια, ποτέ δεν θα γίνει είδηση το πέρασμα μιας χελώνας, αληθινής χελώνας, από μπροστά μας. Κι ας είναι όντως τόσο σπάνιο πια ένα τέτοιο γεγονός!

Είχε πολύ καιρό να φανεί χελώνα στην αυλή, κι ένιωσα μεγάλη χαρά, αλλά και μεγάλη τιμή. Η εμφάνισή της ξάφνιασε και τις γάτες, που με εύλογη απορία άρχισαν να την περιεργάζονται, ακολουθώντας τη για μερικές δεκάδες μέτρα στο σοφό της, μελετημένο δρόμο. Οι χελώνες δεν λησμονούν ποτέ το δρόμο τους και διανύουν χιλιόμετρα χωρίς ποτέ να χάνουν τον προορισμό τους, εκτός μόνον αν ατυχήσουν να συναντήσουν βάρβαρους ανθρώπους και αυτοκινητόδρομους.






Κοιτώντας τη χελώνα, θυμήθηκα κι ένα σαλίγκαρο που παρατηρούσαμε μια μέρα με τον Μπαρμπαμήτσο, εκεί στην ήσυχη κάποτε ακτή του Λιμνιώνα. Αναδημοσιεύω από το βιβλίο μου "Αλλού - Στο Λιμνιώνα του Μπαρμπαμήτσου":
.
Συνέβαινε τότε να περάσουν και μέρες ολόκληρες χωρίς ν' αλλάξουμε ούτε μια κουβέντα με τον Μπαρμπαμήτσο. Μόνο νιώθαμε, κι αρκούσε αυτό. Συνέβαινε με τη φυσικότητα που χάραζε η μέρα ή που έπεφτε το σκοτάδι της νύχτας, με τη φυσικότητα που απλωνόταν το χώμα κάτω απ' τα πόδια μας, που ανασαίναμε, που μαραίνονταν τα φύλλα, που φυσούσε ο άνεμος... που δεν μιλούσαμε. Μια τόσο μεγάλη σιωπή ήθελε πολλή αγάπη για να διακοπεί χωρίς να ματώσει. Ώσπου είπε κάποτε ο γέρος, μετά από μέρες...
- Ο σαλίγκαρος, νάτος, πάει για βοσκή ο σαλίγκαρος!
Δεν ήταν τυχαίος ο σαλίγκαρος, ήταν ο συγκεκριμένος, ένα πρόσωπο σαν κι εμάς, σαν όλα τα πλάσματα εκεί. Τον κοιτάζαμε που πήγαινε, πήγαινε το δρόμο του με γνώση. Ώρα μάς πλησίαζε κι ώρα απομακρυνόταν. Πιο πέρα έφτασε σ' ένα πλατύ λιθάρι και το παράκαμψε, τρύπωσε ύστερα σε μια τούφα χορταράκι, ανηφόρισε και κατηφόρισε πάμπολλες φορές στην επίπεδη για μας γη και, μετά το σωρό τα ξύλα, τράβηξε κατά την πλαγιά. Χάθηκε, μα εμείς τον κοιτάζαμε, ξέροντας πως κάπου εκεί ήταν ο σαλίγκαρος. Αλλού κοίταζα εγώ κι αλλού ο Μπαρμπαμήτσος, αλλά δεν είχε τόση σημασία, τον ίδιο σαλίγκαρο κοιτάζαμε, κάπου στην πλαγιά, και πύκνωσαν αργά-αργά τα σύννεφα, έμοιαζε για βροχή ο καιρός...
- Αλλά, Μπαρμπαμήτσο, μετά τη βροχή δεν βγαίνουν τα σαλιγκάρια;
- Ναι, βγαίνουν...
- Έχει όμως πολύ καιρό να βρέξει.
- Κάποτε βγαίνουν και πριν τη βροχή, όταν έχει πολύ καιρό να βρέξει...
Και συνεχίσαμε να κοιτάζουμε τον ίδιο σαλίγκαρο, σε διαφορετικά σημεία της πλαγιάς ο καθένας, αδιαφορώντας για τη λεπτή βροχούλα που ήδη μας έβρεχε, σαν αγιασμός με άρωμα βασιλικού, μας ράντιζε η βροχούλα και δεν είχε νόημα το πριν και το μετά της, ούτε το δικό μας βέβαια.

Δεν υπάρχουν σχόλια: