Σάββατο, 15 Μαΐου 2010

ΑΛΛΟΥ - ΣΤΟ ΛΙΜΙΩΝΑ ΤΟΥ ΜΠΑΡΜΠΑΜΗΤΣΟΥ (5)


5.
Πέρασε έτσι εκείνη η εποχή και πάλι, κι οι διάδρομοι με τα φύκια ταξίδεψαν γι' άλλη ακρογιαλιά, με όλους μου τους έρωτες κι όλες τις μοναξιές μου. Εκεί πίσω, το περασμένο νόημα της ζωής μου μ' έσφιγγε στ' αλλοτινά του όρια. Στα μάτια μου η ίδια πάντα εικόνα ανάμεσα στα δυο σάπια παντζούρια απέναντι στο πέλαγος, σα να μου έφραζε το βλέμμα. Ένα σύνορο λες, μου έφραζε το βλέμμα ακόμα κι αυτή η ασύλληπτη εικόνα του απείρου κάθε νύχτα, που δεν είχε στ' αλήθεια καθόλου μεγαλύτερο βάθος απ' όσο μια τρυπούλα σκουληκιού σ' ένα φρούτο, μια τρυπούλα σ' ένα κυδώνι χρυσό... Κι ο απέραντος αστροφωτισμένος ουρανός του Αυγούστου έμοιαζε κάποτε πολύ πιο στενός απ' το μικρούλι τζάκι του Μπαρμπαμήτσου, με τα μετρημένα του κάρβουνα πάντα, που όλο ξεψυχούσαν. Όταν ο γέρος μόλωνε τα ξερά κρεμμύδια μέσα στη χόβολη, το ένιωθα και το 'ξερα ότι η ουράνια μυρωδιά των αγγέλων δεν ήταν άλλη από την καβουρντισμένη κρεμμυδίλα. Κι έρχονταν οι άγγελοι εκεί, έρχονταν από τα μύρια σύμπαντα, μόνο και μόνο να υμνήσουν τη γέννηση της κάθε μικρής κι ασήμαντης σκέψης μας, όταν κάποια προφητεμένη στιγμή ξεπηδούσε μέσα από τις στροβιλιζόμενες σπιθούλες, αντιφέγγιζε αιώνια στα μάτια μας κι ύστερα έσβηνε στο χάος, που αν λίγο απλώναμε τα χέρια, μπορούσαμε να το ψηλαφούμε και ιερή απόδειξη για τούτο να κρατούμε ένα χνούδι θερμής αστραφτερής μουντζούρας στις άκρες στις ψίχες των δαχτύλων μας. Ήμασταν κι οι ίδιοι εικόνες, αλλά καμιάς όρασης σύνορο, απλώς αποτυπωνόμασταν στην ανάσα και το αίμα μας, και στη θέση μας περίσσευαν κι οι λογισμοί και τα λόγια, παρατημένα χάμω σαν άχρηστες πανοπλίες, κι αδράχναμε στο σκουριασμένο μέταλλο τις τρύπες και τις λακκούβες από τα πλήγματα της βίας τόσων αναίτιων μαχών, τα πλήγματα στα στήθια, στις πλάτες, στους κροτάφους, ίδια στο σώμα και την ψυχή.

Δεν είχαν πια καμία αξία όλα εκείνα τα εμβατήρια, οι παιάνες και οι ιαχές στα σημαιοστόλιστα πεδία των θηριωδιών της καθημερινότητας. Απλά, περιμέναμε τη γη να φέρει την καινούργια της βόλτα και κάθε τόσο και λιγάκι συναντούσαμε ένα ολοκαίνουριο παρόν και το ζούσαμε από κοινού, μα έμενε για τον καθένα μας παντοτινά μυστικό κι απόκρυφο. Μας τύλιγε σαν μοσχοβολιά και πότιζε τα ρούχα μας, τα ντουβάρια, τα έπιπλα, τα σκεύη. Κάποτε κατακαθόταν στο χώμα μπροστά στο κατώφλι και γινόταν λάσπη. Το πατούσαμε αναπόφευκτα και κολλούσε στα παπούτσια μας. Κι όταν αργότερα το τινάζαμε απ' τα παπούτσια, το αφήναμε να ξεραίνεται εκεί μπροστά στο τζάκι, κι όταν τριβόταν και γινόταν σκόνη, περνούσαν τότε με τη σειρά όλες οι γάτες κι έγραφαν κι αυτές πάνω του τη δική τους προσωπική ιστορία. Μου θύμιζαν τους αστροναύτες σαν πρωτοπατούσαν πόδι στο φεγγάρι, μέσα από μία τηλεόραση, κι όλος ο πλανήτης ήταν στραμμένος εκεί, ριγώντας από συγκίνηση. Περιμένοντας έτσι τη γη να κάνει τη βόλτα της, κοιτάζαμε το φεγγάρι και διακρίναμε ακόμα και τα ίχνη των ανθρώπινων παπουτσιών. Ανάμεσά μας ήταν μόνο ένα ράγισμα στο τζάμι κι ένας ιστός αράχνης. Οι γάτες αποκοιμούνταν και γουργούριζαν όλες μαζί. Στην πιο σκοτεινή γωνιά του μικρού δωμάτιου, η αυτοσχέδια σαρώστρα έμοιαζε να μελετάει το βαθύ της νόημα...

Τα πρωινά έβγαινα συνήθως με τα σύνεργα της ψαρικής μου, που ήταν ένα τετράδιο κι ένα μολύβι, ίσως και μια φωτογραφική μηχανή. Με ρώταγε ο Μπαρμπαμήτσος πού πάω κι εγώ του έλεγα πάω για ψάρεμα και του έδειχνα τα εργαλεία μου. Γέλαγε και μου ευχόταν καλή ψαριά, αν και τόσες φορές του είχα εξηγήσει πως αυτή η ευχή φέρνει γρουσουζιά στον ψαρά, όχι δηλαδή πως δεν το ήξερε, αλλά του ξέφευγε. Ένα πρωί, ίσα που είχα ένα βήμα βγει απ' την αυλή, και δεν προχώρησα παραπέρα. Εκεί στο εντελώς αόριστο όριο της υποτιθέμενης εισόδου της αυλής, πάνω σ' ένα διχαλωτό παλούκι ήταν δεμένη με σύρμα μια τετράγωνη πέτρινη πλάκα, όπου ήταν γραμμένος με ασβέστη ο αριθμός 1. Με είδε ο γέρος που στάθηκα ώρα παρατηρώντας την ταμπέλα κι ήρθε κι αυτός ύστερα, γεμάτος περιέργεια να μάθει το λόγο. Του είπα πως κοίταζα τον αριθμό. Παραξενεύτηκε που τόση ώρα διάβαζα ένα μόνον αριθμό. Ύστερα από λίγο με ρώτησε αν θα μπορούσα λίγο να φρεσκάριζα και να ίσιωνα το 1, μια και έπιανε λέει καλύτερα το χέρι μου. Δεν μου άρεσε βέβαια η ιδέα του, αλλά πήγα κι έφερα με βαριά καρδιά τον κουβά με τον ασβέστη, να του την κάνω τη χάρη. Όταν όμως βούτηξα το πινέλο στον ασβέστη και το πλησίασα στην πλάκα, κάτι με σταμάτησε απότομα. Ξαναδοκίμασα, αλλά πάλι έκανα πίσω. Ήταν αδύνατο ν' απλώσω χέρι στην πλάκα. Του το είπα του γέρου κι αυτός σα να κατέβασε τα μούτρα, ίσως και να το πήρε για τεμπελιά μου. Γι' αυτό, πήγα μετά κι ασβέστωσα όλη τη φάτσα του σπιτιού. Τον μπέρδεψα λίγο με την πρωτοβουλία μου, αλλά χάρηκε στ' αλήθεια. Πώς να του εξηγούσα ότι δεν είχα κανένα δικαίωμα να παραμορφώσω εκείνο το ταπεινό και σπάνιο γέννημα της φύσης. Αναρωτιόμουν ποια ανώτερη δύναμη είχε οδηγήσει το τρεμάμενο χέρι του γέρου, όταν κάποια συνηθισμένη μέρα μοναξιάς είχε αποφασίσει να ζωγραφίσει στην πλάκα τον αριθμό 1. Μια ζωγραφιά ήταν πράγματι το 1, το Εν αυτοπροσώπως, με μια λεπτούλα και ανασηκωμένη μύτη, με κορμό κυματιστό που φάρδαινε στη μέση και μια στενή απόληξη σαν ουρά. Έμοιαζε με ιππόκαμπο, έναν άσπρο καλοκάγαθο ιππόκαμπο. Ούτε αριθμός ήταν τελικά, ούτε στον Μπαρμπαμήτσο μπορούσε να ανήκει. Φαντάστηκα ότι εκείνη η τετράγωνη πλάκα του σχιστόλιθου θ' αποτελούσε κάποτε έκθεμα ανεκτίμητο ενός μελλοντικού μουσείου, έτσι όπως ήταν, δεμένη με το σκουριασμένο σύρμα πάνω στο διχαλωτό παλούκι. Και κάθε που περνούσα, δεν ξεχνούσα πια να τη χαιρετώ, με βαθύ σεβασμό κι αληθινή χαρά. Από τους τόσους συχνούς χαιρετισμούς επηρεάστηκαν πολλά τότε. Μια συκιά παραδίπλα άρχισε ν' ανταποδίδει το "γεια-χαρά σου", νομίζοντας πως το έλεγα σ' αυτή. Άρχισα, λοιπόν, να το λέω και σ' αυτή ιδιαιτέρως. Κοντά στη συκιά προστέθηκαν κι άλλα κοντινά ζωντανά. Οι αμέτρητοι μικροί χαιρετισμοί ενώθηκαν με τον καιρό κι έγιναν ένας, ένας μεγάλος και διαρκής χαιρετισμός, που γέμιζε τον τόπο, ερχόταν από παντού κι επέστρεφε παντού, μέσα στη γιορταστική ερημιά, όπου η κρυφή ομορφιά ένιωθε πως δεν κινδύνευε από τίποτα κι άφοβα ξεπρόβαλλε στην επιφάνεια, αφήνοντάς με ακόμα και να την αγγίζω.

Συνέβαινε τότε να περάσουν και μέρες ολόκληρες χωρίς ν' αλλάξουμε ούτε μια κουβέντα με τον Μπαρμπαμήτσο. Μόνο νιώθαμε, κι αρκούσε αυτό. Συνέβαινε με τη φυσικότητα που χάραζε η μέρα ή που έπεφτε το σκοτάδι της νύχτας, με τη φυσικότητα που απλωνόταν το χώμα κάτω απ' τα πόδια μας, που ανασαίναμε, που μαραίνονταν τα φύλλα, που φυσούσε ο άνεμος, που δεν μιλούσαμε... Μια τόσο μεγάλη σιωπή ήθελε πολλή αγάπη για να διακοπεί χωρίς να ματώσει. Ώσπου είπε κάποτε ο γέρος, μετά από μέρες...

- Ο σαλίγκαρος, νάτος, πάει για βοσκή ο σαλίγκαρος!
Δεν ήταν τυχαίος ο σαλίγκαρος, ήταν ο συγκεκριμένος, ένα πρόσωπο σαν κι εμάς, σαν όλα τα πλάσματα εκεί. Τον κοιτάζαμε που πήγαινε, πήγαινε το δρόμο του με γνώση. Ώρα πολλή μας πλησίαζε κι ώρα απομακρυνόταν. Πιο πέρα έφτασε σ' ένα πλατύ λιθάρι και το παράκαμψε, τρύπωσε ύστερα σε μια τούφα χορταράκι, ανηφόρισε και κατηφόρισε πάμπολλες φορές στην επίπεδη για μας γη και, μετά το σωρό τα ξύλα, τράβηξε κατά την πλαγιά. Χάθηκε, μα εμείς τον κοιτάζαμε, ξέροντας πως κάπου εκεί ήταν ο σαλίγκαρος. Αλλού κοίταζα εγώ κι αλλού ο Μπαρμπαμήτσος, αλλά δεν είχε τόση σημασία, τον ίδιο σαλίγκαρο κοιτάζαμε, κάπου στην πλαγιά, και πύκνωσαν αργά-αργά τα σύννεφα, έμοιαζε για βροχή ο καιρός...
- Αλλά, Μπαρμπαμήτσο, μετά τη βροχή δεν βγαίνουν τα σαλιγκάρια;
- Ναι, βγαίνουν...
- Έχει όμως πολύ καιρό να βρέξει.
- Κάποτε βγαίνουν και πριν τη βροχή, όταν έχει πολύ καιρό να βρέξει.
Και συνεχίσαμε να κοιτάζουμε τον ίδιο σαλίγκαρο, σε διαφορετικά σημεία της πλαγιάς ο καθένας, αδιαφορώντας για τη λεπτή βροχούλα που ήδη μας έβρεχε, σαν αγιασμός με άρωμα βασιλικού, μας ράντιζε η βροχούλα και δεν είχε νόημα το πριν και το μετά της, ούτε το δικό μας βέβαια.

Έβρεξε και ξανάβρεξε και, μια φορά που ήταν ανοιχτός ο ουρανός, αποφάσισε ο Μπαρμπαμήτσος να πάει 'κείθε - όπως έλεγε - στους συγγενείς. Έφυγε ξαφνικά και πίσω δεν έμεινε ψυχή πέρα απ' τη δική μου. Αλλιώτικο να το λες ή να τ' ακούς, αλλιώτικο όμως να μην υπάρχει ψυχή άλλη. Ο καθρέφτης με τη μαδημένη καλημέρα είχε αδειάσει, σαν άδειο κουτί ήταν. Νόμιζα τότε, ή μάλλον το ήξερα πως ήταν παραμονή Χριστουγέννων και σκέφτηκα πως ίσως να ταίριαζε κάποιο χριστουγεννιάτικο δώρο στο μέγεθος εκείνου του άδειου κουτιού, που το λογάριαζα άλλοτε και για καθρέφτη. Έτσι φαινόταν κι ήταν, παραμονή Χριστουγέννων στ' αλήθεια, κι είπα να μην κάνω καθόλου θόρυβο, μην και τρομάξουν και φύγουν τα Χριστούγεννα. Απαλά, μαλακά το βλέμμα, αργά και τρυφερά, αλαφρές οι σκέψεις, από βαμπάκι συναισθήματα. Θα μπορούσε να σκιαχτούν και να χαθούν μέσα στη νύχτα. Αυτή τη νύχτα, οι γέρισσες τσοπάνισσες, οι ελάχιστες που ίσως να είχαν απομείνει, θα έλεγαν ξεχασμένα παραμύθια γύρω απ' τις φωτιές στις στάνες. Κι εγώ τα έκρυβα πάντα πολύ βαθιά μέσ' στην ψυχή μου τα χριστουγεννιάτικα παραμύθια, τόσο βαθιά που ήταν δύσκολο μετά να τα ξανάβρω. Να μπορούσα να τ' αγαπώ λιγότερο ή να μπορούσα έστω λίγο να κρυφάκουγα από τις πίσω πλαγιές των βουνών. Έστω λίγο την αρχή, τι να λέγανε πως ήταν μια φορά κι έναν καιρό! Να λέγανε τάχα πως ήτανε παραμονή Χριστούγεννα; Να ήτανε τα ίδια Χριστούγεννα που θα ξημέρωναν αύριο; Αναψα πάλι τη λάμπα, με το λαμπόγυαλο σπασμένο, λειψό στην άκρη και μια σταγόνα το πετρέλαιο, έφεγγε ακόμα, μια σταγόνα ή ολόκληρος ωκεανός, όμοια έφεγγε εκείνες τις αιώνιες στιγμές που όλα έβρισκαν τη χαμένη τους φωνή। Έλεγε η φλογίτσα και ξανάλεγε την ίδια ακατανόητη προσευχή και το βουητό της θάλασσας όλο έλεγε την ώρα, την ίδια ώρα πάντα, κι έλεγε η ανάσα μου για άροτρα ξύλινα σαρακοφαγωμένα, το τζάκι έλεγε συνέχεια για τα τζιτζίκια, ο αέρας έλεγε κάθε τόσο παροιμίες, τα σκαθάρια έλεγαν για τα σφουγγάρια των βυθών, οι σκιές έλεγαν για θαυματουργά φυλακτά, ο καθρέφτης έλεγε προφητείες κι οι προφητείες έλεγαν για σήμαντρα που δεν ηχούσαν. Κάθε τόσο ακουγόταν και το τρεχαλητό κάποιου ποντικού στο βουλιαγμένο ταβάνι. Έπεφτε ακόμα λίγη σκόνη στα βλέφαρά μου.

Λίγο-λίγο, το ήπιαμε η καμαρούλα κι εγώ όλο το φως। Ξανάρχισε το ψιλόβροχο κι έλεγα πως δεν θα πάψει ποτέ। Καρτερούσα ένα όνειρο ακίνητος, χωρίς να ξέρω από πότε και ως πότε, χωρίς να μπορώ να υπολογίσω πόσο βαθιά μέσα στη νύχτα έφτανε το βλέμμα μου, χωρίς να μπορώ να διακρίνω αν η νύχτα ήταν μία ή πολλές κι η μια τύλιγε μέσα της την άλλη। Ανάμεσα στις νύχτες, η αυγούλα με περίμενε κι αρνιόμουν ν' αποκοιμηθώ, μη δεν προλάβω τον ερχομό ενός ονείρου. Χτύπησε κάποτε η πορτούλα, πετάχτηκα απ' την καρέκλα. Χτύπησε πολλές φορές η πορτούλα. Παρ' όλο που δεν το πίστευα, ρώτησα ποιος είναι. Κανείς δεν αποκρίθηκε, αλλά το άκουσα, το άκουσα καθαρά...
- Δεν μπορώ ν' αποκριθώ! είπε ο ψίθυρος απ' έξω...
- Μα σε άκουσα ήδη...
- Όχι, δεν ήμουν εγώ!
- Ποιος ήταν που αποκρίθηκε;
- Ανοιξε να δεις, άλλος ήταν.
- Κι αν ανοίξω, ποιος θα είναι στην πόρτα;
- Εγώ... εγώ θα είμαι!
Δεν τ'αποφάσιζα ν' ανοίξω. Χτύπησε και ξαναχτύπησε η πόρτα, μα δεν την άνοιξα, δεν μπόρεσα... Πλησίασα μετά και κόλλησα τ' αφτί στις βαθιές αυλακιές του γερασμένου ξύλου. Κανείς δεν χτυπάει, είπα βραχνά. Έκανα γροθιά και χτύπησα διστακτικά δυο φορές, σα να 'θελα να επιβεβαιώσω τον ήχο. Ίδιος ο ήχος, και ξαναχτύπησα να σιγουρευτώ. Ποιος είναι; το άκουσα τότε απ' έξω. Δεν είχα φωνή ν' αποκριθώ. Ήθελα να πω εγώ, εγώ είμαι, μα δεν άνοιγε το στόμα μου κι έμεινα εκεί, μπροστά στην κλειστή μα ξεκλείδωτη πορτούλα, μέχρι που έφεξαν οι χαραματιές της. Είχε χαράξει και δεν το κατάλαβα. Περίμενα ένα όνειρο και το είχα λησμονήσει, μα πώς να το 'ξερα πριν। Το κάθε όνειρο είναι όμως δύο όνειρα, ένα ο εαυτός του κι ένα όταν τ' ονειρευόμαστε। Όπως ένα σποράκι κι ένα δέντρο που φύτρωσε από τούτο το σποράκι, ένα δέντρο με άνθη και καρπούς κι αμέτρητα σποράκια, ή όπως μια σταγονίτσα σπέρμα κι ύστερα ένας απύθμενος εγκέφαλος, αίμα και φαντασία κι ένα σύμπαν πλημμυρισμένο τραγούδια χαράς και μοιρολόγια। Δεν ήξερα ούτε πότε έπαψε η ψιλή βροχή. Δεν έπαψε ποτέ, μα δεν έβρεχε πια. Στην πόρτα αντίκρισα με ανακούφιση μόνη την αυγούλα. Φυσούσε ένα ψυχρούτσικο αεράκι, στάλαζαν τα δεντρόφυλλα, τα χρώματα βούιζαν από ζωντάνια. Μάλλον δεν ήρθε το όνειρο, έτσι έλεγε η κοινή εμπειρία. Είναι που μόνο απ' το τελείωμά τους τ' αναγνωρίζουμε τα όνειρα, ποτέ από τ' αρχίνημα. Και συνήθως τ' αγνοούμε για πάντα εκείνα τα όνειρα που αργούν πολύ να φύγουν ή και δεν φεύγουν ποτέ. Συνεχίζουμε να ζούμε μαζί τους, ν' αναπνέουμε, να περπατούμε, να σκεφτόμαστε μαζί τους, χωρίς να το ξέρουμε, χωρίς καν να το υποψιαζόμαστε. Κι όλη μας αυτή η εμπειρία δεν είναι παρά κάποιο μέρος των ονείρων που δεν έχουν ακόμα τελειώσει...

Μέσα στο όνειρο ή όχι, κίνησα για έναν πρωινό περίπατο μέχρι ψηλά στη μοσχομουσκεμένη
πλαγιά. Ήταν τόσο διαυγής ο αέρας, έβλεπα πολύ μακριά. Έβλεπα τη Σκύρο δεξιά, αριστερά τη Σκόπελο, ίσως παραπίσω και τη Σκιάθο. Είδα μετά, κάπου ανάμεσα στη Σκύρο και τη Σκόπελο, ένα πολύ μεγάλο ιστιοφόρο, που έμοιαζε ακίνητο στη γραμμή του ορίζοντα. Ο νους μου έτρεξε στους Βυζαντινούς, το είχαν τάξει στο γέρο να ξανάρθουν κάποτε. Τι αξία όμως θα είχε αν έρχονταν και δεν τον έβρισκαν εκεί; Ούτε και κείνη τη μικρή εφτάπυλη Αγια-Σοφιά θα ξανάβρισκαν. Ούτε καν την κότα της αυτοκρατόρισσας. Θα νόμιζαν πως σε λάθος τόπο βρέθηκαν. Δεν σίμωσαν καθόλου, απλώς πέρασαν και χάθηκαν, σα να μην υπήρχε καθόλου ο τόπος μας, που εμένα τότε μου φαινόταν πως ήταν ο κόσμος όλος, αν όχι και κάτι περισσότερο από τον κόσμο όλο...

Κατεβαίνοντας την πλαγιά, με συνάντησε στο μονοπάτι η θύμηση της νεράιδας, ακόμα μια φορά. Την ξαναθυμόμουν κι αναρωτιόμουν αν θα γινόταν ποτέ να ξαναϋπάρξει η ίδια. Υπήρχε ο καιρός, θα υπήρχε ίσως κι ο τρόπος. Σα σαλιγκαράκι η προσδοκία μου, το ίδιο ίσως σαλιγκάρι που κάποτε μελετούσαμε με τον Μπαρμπαμήτσο, σκαρφάλωνε στα γυμνωμένα κλαδιά ενός δέντρου και χιλιάδες άλλα σαλιγκαράκια είχαν ήδη σκαρφαλώσει και στ' άλλα δέντρα όσο κατηφόριζα. Ώσπου φύσηξε ξαφνικά ένας πολύ άγριος άνεμος και τα ξερά κλωνάρια έσπασαν κι έπεσαν στο χώμα. Έγιναν καυσόξυλα, κι όπως καίγονταν, μαζί τους καίγονταν και τα σαλιγκαράκια, που δεν έλεγαν να ξεκολλήσουν από πάνω τους. Όλο το μυστήριο των μεγάλων προσδοκιών μου ήταν λίγη μόνο φωτιά, λίγος καπνός και λίγη στάχτη, αλλά και θαλπωρή, τόση θαλπωρή... όλο το μυστήριο της επανάληψης της ύπαρξης. Μαύρα φτερωμένα ζωύφια, ανήμπορα να πετάξουν, ορμούσαν έξω απ' τις βαθιές κρυψώνες τους κι έτρεχαν πανικόβλητα, μόλις άρπαζαν φωτιά στο τζάκι τα σάπια κούτσουρα. Μ' έπιασε τρόμος άμα θέλησα να τα μετρήσω. Κι έτρεχαν όλα κατά πάνω στη φλόγα, ούτε ένα δεν πήγαινε αντίθετα, να φύγει προς τα έξω, να γλιτώσει τη ζωή του. Η αλήθεια του θανάτου φαινόταν εντελώς αόριστη κι αφηρημένη, μα η επανάληψή του ήταν τόσο απόλυτη πια, τόσο χειροπιαστή. Κι όλο δυνάμωνε η φλόγα, έτριζε από υγεία, κι η ατμόσφαιρα είχε τη γεύση της πληρότητας. Ήταν πάντα οι πολλές φορές που όριζαν τη μία και μοναδική, ήταν πάντα η επανάληψη που όριζε το ανεπανάληπτο. Παρηγοριόμουν, καθώς η παρουσία μου δεν είχε πια σχέση με επετείους, επετείους για το κάθε τι και συναθροίσεις ομοιοτυπίας μακάβριας, ενώ μόνος εκεί μπορούσα ξάφνου να χαθώ, χωρίς να προκαλέσω την παραμικρή παραμόρφωση στο χώρο, την παραμικρή περιττή εντύπωση. Περνούσε ακίνητη η ώρα μπροστά απ' το τζάκι, περνούσα κι εγώ ακίνητος χωρίς ν' ακούγομαι καθόλου. Περνούσε ο θάνατος, περνούσε κι η ζωή. Περνούσαν όλα κι επέστρεφαν, χωρίς να είναι εκεί που ήταν σαν τα ξανασυναντούσαμε την επόμενη φορά. Μπορεί να μην τ' αναγνωρίζαμε πια... Και πώς να δεχθούμε ότι μπορεί να μην γεννηθήκαμε ποτέ στ' αλήθεια; Αναρωτιόμουν για εκείνη τη νεράιδα, αν μπορούσε να υπάρχει και να ξαναϋπάρχει, μόνο και μόνο επειδή μπορούσε να πεθαίνει και να ξαναπεθαίνει, χωρίς καν να έχει γεννηθεί, χωρίς να έχει ηλικία και ιδιοκτησία της την ύπαρξή της και τον κόσμο της. Αυτή είχα ερωτευθεί, όλες οι άλλες ήταν μνήμες, μνήμες για να ξεχνιέμαι...

Βγήκα να ξαναδώ τον καιρό, κι όπως άνοιξα την πόρτα, άνοιξαν και τα σύννεφα κατά τη δύση, χτύπησε ο ήλιος μέσα από πολλές σχισμάδες του γκρίζου ουρανού ανοίγοντας δρόμους φωτεινούς στη γη. Μια δέσμη χρυσαφένιο φως τρύπωσε μέσα από το άνοιγμα της πόρτας κι η σκιά ενός σπουργιτιού φτερούγισε στον ασβεστωμένο τοίχο. Μέσα από το δωματιάκι περνούσε ένας δρόμος ολόλαμπρος του ήλιου και συνέχιζε από την αντίπερα μεριά. Ταξίδευαν κι οι σκιές απ' τα κλαδιά της μουριάς στον τοίχο. Άλλος χρυσαφένιος δρόμος μιας ηλιαχτίδας περνούσε μέσα απ' τη θάλασσα, κατέβηκε ως το βυθό και ξανασηκώθηκε ψηλά, φάρδυνε κι άπλωσε τόσο που δεν φαινόταν πια. Δεν θ' αργούσε να δύσει ο ήλιος, το είπαν τα σπουργίτια που αναστατώθηκαν, σαν κάθε φορά πριν κατοικιάσουν. Είχα ζυγώσει στο γιαλό χωρίς να το έχω αντιληφθεί, δεν θυμόμουν καθόλου τη διαδρομή. Η θάλασσα τρεμόπαιζε, μα από πολύ μακριά ακουγόταν το θρόισμά της κι από πολύ μακριά έφτανε το στραφτάλισμα του νερού στα μάτια μου. Μου χάιδευαν τους κροτάφους τ' ακροφτέρουγα των γλάρων στο κυματάκι, μου γαργαλούσαν τις πατούσες τα χνάρια τους στην άμμο. Μόλις που φαινόταν η μέρα, σα γυαλί με σμάλτο που ξεφλούδιζε, μόνο τα καθρεφτίσματα λίγων αχτίδων στους βυθούς των ματιών μου τη μαρτυρούσαν πια και μαρτυρούσανε συνάμα και τη θέση μου στο αχανές διάστημα. Ολόκληρος ο κόσμος μετρημένος με λίγα βήματά μου, από την αμμουδιά ως λίγο παραπέρα, στο σύνορο της αιωνιότητας, όπου μια καμινάδα σιγοκάπνιζε θυμίαμα μεθυστικό. Σκοτεινές οι σιλουέτες των δέντρων, αφουγκράζονταν, μαλάκωναν κι έγερναν ένα γύρο γλυκά υπνωτισμένες. Μια τελετουργία, κι απ' τα θεμέλια του πέτρινου σπιτιού ανάβλυζε το προαιώνιο μυστήριο, μια ανάσα τρυφερή που σκέπαζε την κεραμιδένια σκέπη. Ένα τραγούδι μ' ακολουθούσε, το τραγούδι μιας σπασμένης βάρκας, μέχρι να φτάσω ως την πόρτα. Ήταν τόσο απλό να υπνοβατώ, να υπάρχω και να ξαναϋπάρχω, χωρίς να με αφορά.