Δευτέρα, 21 Ιουλίου 2008

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΡΙΚΑΚΗΣ (6)

ΤΑ ΒΙΒΛΙΑ
(και το ποίημα "Απώλεια").

Από το 1980 έως το 1999, ο Δημήτρης Ρικάκης δημοσίευσε, κατά χρονολογική σειρά, τα βιβλία: «Ο Αντιπρόσωπος», «Τα Φανάρια του Ταλ», «Μικρά…», «Επίτομον Προσωπικόν Εγκυκλοπαιδικόν Λεξικόν», «Ο Άρχων της Νυκτός» και «Τππελκαόπ».
Δημοσίευσε, επίσης, κείμενά του (διηγήματα και ένα ποίημα) στα λογοτεχνικά περιοδικά "Πάλι" και "Καινούρια Εποχή".

1. Ο Αντιπρόσωπος.
Είναι μια νουβέλα 76 σελίδων, όπου ο συγγραφέας ακολουθεί, με αξιοθαύμαστο όντως τρόπο, το πρότυπο γραφής του μεγάλου Ρώσου συγγραφέα Νικολάι Γκόγκολ, γνωστού ως "πατέρα" του ρωσικού ρεαλισμού. Το βιβλίο κυκλοφόρησε από τις Εκδόσεις Χατζηνικολή το 1980, όπως διαβάζουμε στον κολοφώνα, ενώ στο σύντομο βιογραφικό, που συνοδεύει τα επόμενα βιβλία του Ρικάκη, αναφέρεται ως έτος έκδοσής του το 1981. Στα χέρια μου έχω τη δεύτερη έκδοση του βιβλίου, η οποία διατηρεί επακριβώς τα στοιχεία του κολοφώνα της πρώτης, αλλά, με δεδομένο ότι προηγούνται αυτής τα "Μικρά" (1991) και έπεται το "Επίτομον Προσωπικόν Εγκυκλοπαιδικόν Λεξικόν" (1992), θεωρώ βέβαιο ότι η επανέκδοση πραγματοποιήθηκε κάπου ανάμεσα στα τέλη του 1991 και τις αρχές του 1992.

Α΄ έκδοση (ευχαριστώ την Αμαλία Κ. για την εικόνα του εξωφύλλου).

Β΄ έκδοση.

Στο οπισθόφυλλο της δεύτερης έκδοσης επισημαίνονται τα εξής σχετικά με το περιεχόμενο του βιβλίου:
Ο Αντιπρόσωπος, γνωστός κι όλας από την πρώτη έκδοση, ξανακυκλοφορεί για να µας χαρίσει µια απολαυστική ανάγνωση. Πρόκειται για ενα κείµενο πού ξεδιπλώνει µια απλή ίστορία, την ιστορία του Αλεξάντρ Βλαντιµίροβιτς Σχίνιν, ενός ήρωα φαντασιόπληκτου και γοητευτικού, που περιπλανιέται ανάµεσα στην αυθαιρεσία και τη λογική πραγµατικότητα, πράγµα που σηµαίνει εµπλοκή µέσα στον κύκλο της αγωνίας, χαρακτηριστικό κάθε ροµαντικής και αντιφατικής φύσης... Έτσι, δηµι­ουργούνται αλλεπάλληλες, εσωτερικές κυρίως, περιπέτει­ες, που οδηγούν τελικά σ' ένα απρόσµενο τέλος.
Ο Δηµήτρης Ρικάκης αφιερώνει τη νουβέλλα αυτή στον Νικολάι Γκόγκολ, µιµούµενος (a la meniere de...) τό ύφος του µεγάλου Ρώσου συγγραφέα, µε τόση επιτυχία, ώστε θα µπορούσε αβίαστα κανείς να υποθέσει ότι πρόκειται για κάποια ανέκδοτη ίστορία του Γκόγκολ... Τό γεγονός ότι τα επεισόδια ακολουθούν το ένα το άλλο σε µια φυσική ροή, ο τρόπος περιγραφής των προσώπων και του περιβάλλοντος, αλλά και πολλών ασήµαντων εκ πρώτης όψεως λεπτοµερειών, αρκεί για να αιχµαλωτίσει, από την πρώτη στιγµή κιόλας, το ενδιαφέρον, µέχρι να ικανοποιήσει τελικά την περιέργεια µε την απρόσµενη λύ­ση του τέλους, όσο κι αν η λύση αυτή παραµένει διφορού­µενη και προβληµατική, προσφέροντας τη δυνατότητα στον καθένα να την ερµηνεύσει µε τον τρόπο του ...



2. Τα Φανάρια του Ταλ.
 Eκδόθηκε από το Βιβλιοπωλείον της "Εστίας" το 1986 (σ.σ. 291). Πρόκειται για μια συλλογή 11 διηγημάτων, ένα εκ των οποίων έγραψε ο Ρικάκης στη Βιέννη και τα υπόλοιπα στο Γκρατς και την Αθήνα, από τις αρχές της δεκαετίας του '50 ως τα μέσα της δεκαετίας του '80. Οι ιστορίες διαδραματίζονται μέσα σε σχετικά ασαφή πλαίσια, έτσι που οι ήρωες οδηγούνται σταδιακά ενώπιον μιας πραγματικότητας απρόβλεπτης και παράδοξης, τουτέστιν… "υπερπραγματικής". Θα έλεγα δε ότι στην τυπικά σουρρεαλιστική γραφή του Ρικάκη διακρίνονται, εν προκειμένω, και επιρροές από τον Πιραντέλο και τον Κάφκα.


Διαβάζουμε ένα μικρό χωρίο από το ομότιτλο διήγημα του βιβλίου:
Προτίμησα λοιπόν να του δείξω την ταυτότητά μου, αφού ο ίδιος δεν είχε την περιέργεια να μου τη ζητήσει από την αρχή. Τα αίματα οφείλονται σε πέσιμο στο δρόμο… ήταν σκοτεινά. Εξετάζοντας την ταυτότητα, άφηνε την οδοντογλυφίδα να πηγαινοέρχεται ανάμεσα στα χείλη του, πότε δεξιά και πότε αριστερά. Το χαμόγελο εξαφανίστηκε. Πήρε ένα χαρτί και σημείωσε τα στοιχεία μου, ύστερα έκανε μια προσεκτική παραβολή από τα χαρτιά του, χωρίς να τα κουνήσει από τη θέση τους. Έτσι το κεφάλι του άρχισε να πηγαινοέρχεται μαζί με το ρυθμό της οδοντογλυφίδας, πότε δεξιά και πότε αριστερά. Όταν τελείωσε αυτή η δουλειά, έπιασε την ταυτότητα ανάμεσα στα χέρια του και της έριξε μια εποπτική ματιά σαν να εξέταζε την ποιότητα του χαρτιού και το σχήμα της.
- Πώς είναι λοιπόν δυνατόν αυτό;
- Δεν έχω ιδέαν. Κι εγώ διερωτώμαι, πολύ θα ήθελα να μάθω τι συμβαίνει.
- Να περάσετε αύριο πάλι να δούμε, μπορεί να έχει γίνει κάποιο λάθος στα χαρτιά μας, αν κι αυτό είναι μάλλον απίθανο… δεν εξηγείται διαφορετικά.
Έβγαλε τα γυαλιά του και τα σκούπισε μ' ένα πολύ τσαλακωμένο πράσινο μαντίλι (…).



Στο οπισθόφυλλο, ο Δημήτρης Ρικάκης και το σύντομο "στερεότυπο" βιογρφικό του - μόνο κατά έναν καινούργιο τίτλο αλλάζει σε κάθε έκδοση, με μία μοναδική εξαίρεση.
.

.
3. Μικρά...
Κυκλοφόρησε το 1991 από τις Εκδόσεις Γαβριηλίδη. Στο 79 σελίδων βιβλίο περιέχονται 50 μικρά αυτοτελή κείμενα, των οποίων η έκταση κυμαίνεται μεταξύ μισής και μιάμισης σελίδας. Θα τα προσδιόριζα μάλλον ως "στιγμιότυπα", παρά ως διηγήματα. Αμιγώς σουρρεαλιστική η γραφή, με έντονο το εικαστικό στοιχείο και διάχυτη χιουμοριστική έως σαρκαστική διάθεση.


Στον πρόλογο του βιβλίου, ο συγγραφέας και παλιός φίλος του Ρικάκη, Παναγιώτης Σπηλιωτόπουλος, σημειώνει μεταξύ άλλων:
(…) Πολλοί έχουν γράψει μικρά διηγήματα, και ο Kafka επίσης, που δεν ξεπερνούν τη μία σελίδα, κάποτε μικρότερα μάλιστα απ’ αυτήν. Αλλά και σ’ αυτά, βέβαια, η αφήγηση εξελίσσεται γύρω από ένα συμβάν ή μία ιδέα. Εδω όµως πρόκειται για κάτι άλλο. Ο συγγραφέας δεν διηγείται ένα γεγονός, ούτε αναπτύσσεl µία ιδέα, αλλά πολλά επάλληλα γεγονό­τα ..., κυρίως γεγονότα - εντελώς άσχετα µεταξύ τους (τουλάχιστον εκ πρώτης όψεως), που ο αναγνωσnις καλείται να τα ξεµπλέξει, να τα αποσυνδέσει, για να βρει τον αληθινό πυρήνα - αν υπάρχει - και να συνδέ­σει την οποιαδήποτε αlωρούνενη ιδέα, που µπορεί να θέλει να υποβάλει ο συγγραφέας (αν θέλει) ή το "ε­νεργό" ερέθισµα που πιθανόν, να προκαλούσε στον α­ναγνώστη µια ιδέα (άσχετη απ' αυτήν που ίαως είχε κατά νουν ο συγγραφέας) ή ένα etat d' ame (στην χειρότερη περίπτωση) ακατάλληλο για την "βίωση" της "όποιας" ουσίας του αφηγήµατoς ...
Στο τέλος κάθε µικρού διηγήµατoς υπάρχει πάντα και ένας αστερίσκος, που αναφέρεται (δήθεν) σε κάποιο ουσιώδες σηµείο της αφήγησης, που πιθανά να µας διευκολύνει την κατανόησή του (αν επιιµένωµε καλά και σώνει να το κατανοήσουµε) ή, τουναντίον, που τοποθετήθηκε σκοπίµως, για να µας παραπλανά ακόµη περισσότερο, αφού στο κάτω-κάτω, σλα είναι παραπλανητικά,όλα µπερδεµένα, όλα υπό αίρεση, όλα αυθαίρετα, µέσα στο χώρο που τα κινεί ο συγγραφέ­ας - δηλαδή µέσα στο χώρο της ίδιας της ζωής, αν την κοιτάξει κανείς από κάποια ιδιαίτερη σκοπιά.
Είναι σίγουρο ότι το καινούργιο αυτό είδoς, που λανσάρει ο Δηµήτρης Pικάκης, ο οποίος έχει δηµοσι­εύσει δύο θαυµάσια βιβλία, τον "Αντιπρόσωπο" και τη συλλογή διηγηµάτων "Τα Φανάρια του Ταλ", θα ξενίσει ασφαλώς τον αναγνώστη.
Όλα είναι όμως ζήτημα άσκησης. Και οι ευαισθησίες βέβαια. Προ πάντων αυτές…

Παναγιώτης Σπηλιωτόπουλος

Mια μικρή γεύση από τα... "Μικρά":
Ο ΓΑΪΔΑΡΟΣ
Απέναντι από το γνωστόν καφενείον της προκυµαίας, εστάθη ο Γάιδαρος καθ' όσον ο ρακοσυλλέκτης έ­σπευδε να παραλάβη τους σάκκους των απορριµάτων των απέναντι οικιών. Ο Γάιδαρος έστρεψε το κεφάλι και εκοίταξε τους δύο πρωϊνούς θαµώνας, πριν στρέ­ψη και πάλιν προς αντίθετον πλευράν για ν' αντιλη­φθή και εκεί το µόλις αφιχθέν λευκό πλοίο της γραµµής. Βεβαίως και του έκαµε εντύπωσιν το εισελθόν µέγα πλοίον, όµως δεν ήτο δυνατόν να γνωρίζη ούτε το όνοµά του, ούτε, πολλώ µάλλον, ότι ο ιδιοκτήτης χρωστούσε ακόµη µερικά καθυστερηµένα γραµµάτια εις την εταιρείαν. Γι' αυτό εντός ολίγου ξεκινούσε πάλι αµέριµνος δια το καθηµερινόν του δροµολόγιον ενώ ο ρακοσυλλέκτης ηκολούθει το συµπαθές ζώον µε αργόν βήµα. Πρέπει να σηµειωθή ότι ο συµπαθής αυτός Γάιδα­ρος δεν εγνώριζε και µερικά άλλα πράγµατα, ως φερ' ειπείν, τα ονόµατα των δύο θαµώνων του γνω­στού καφενείου, το όνοµα του ρακοσυλλέκτου και, το κυριώτερον, το όνοµα της νήσου επί της οποίας ευρίσκετο.
Αστερίσκος:Εις την απέναντι ακτήν, δεν συνέβη τίποτε το ιδιαί­τερον την στιγµήν εκείνην. Μόνον ο Αστερίσκος παρεσύρθη ελαφρώς από την ευχάριστον πρωινήν αύραν.


Η ΦΑΚΑ
Το µέτρον της νοικοκυράς ήτο αναντιρρήτως σωστό, όταν απεφάσισε να προστατεύση τα αγαθά και τας προµηθείας, εις το κελλάρι, τοποθετώντας την Φάκα. Διότι οι συµπαθέστατοι κατά τα άλλα ποντικοί, ελυ­µαίνοντο τον χώρον µετακινούντες και αντικείµενα ακόµη, αλλά και αδηφάγως τρώγοντες τα πάντα. Και η νοικοκυρά, καλοκάγαθος ως ήτο, ανεκάλυπτε πά­ντοτε, εις τον αυχένα κτυπηθέντας ιδίως, ποντικους από την αδυσώπητον αυτήν - δίκην λαιµητόµου - έξο­χον Φάκαν. Ελυπείτο βεβαίως τα ατυχή αθώα πλάσµα­τα, αλλ' από την άλλην ησθάνετο την ικανοποίησιν ότι απαλλάσσεται από την µάστιγα των µικρών επι­δροµέων. Μίαν ηµέραν όµως, η καλή νοικοκυρά, µετά την καθηµερινήν είσοδον εις το γνωστό κελλάρι προς έ­λεγχον, έπεσε στην πολυθρόνα και συντετριµµένη εζήτησε λίγο νερό, πασκίζου­σα να συνέλθη. Διότι, όλως απαράσκευος όπως ήταν, αντιµετώπισε το φοβερόν γεγονός ... Και ιδού, αντί ενός εκ των λίγο-πολύ γνωστών πο­ντικών, η περίφηµος Φάκα είχε συνθλίψει τον λαιµόν του εις όλους γνωστού µας - από των παιδικών ήδη χρόνων - Μίκυ Μάους, από του οποίου το στόµα είχε τιναχθεί ολίγο αίµα, ακόµη φρέσκο, που κατά περίερ­γον τρόπον είχε λεκιάσει το µικρό του παντελονάκι. Είναι σαφές ότι έκτοτε ο Μίκυ Μάους δεν ενεφα­νίσθη ποτέ πια επί της οθόνης.



4. Επίτομον Εγκυκλοπαιδικόν Προσωπικόν Λεξικόν.
Εκδόθηκε το 1992 από το Βιβλειοπωλείον της "Εστίας" (σ.σ. 262). Αν μη τι άλλο, τούτο το βιβλίο του Ρικάκη είναι αναμφίβολα μια πρόκληση, η οποία διατυπώνεται με τολμηρό χιούμορ, έντονη ειρωνεία και ανατρεπτική διάθεση, φέρνοντας σε αμηχανία τα "χρηστά ήθη" και κάθε τύπου κατεστημένο. Στο σύντομο πρόλογό του, ο συγγραφέας διευκρινίζει ότι πρόκειται για ένα παιχνίδι συνειρμών, μεταξύ σοβαρού και αστείου, με δεδομένο ότι ο ελεύθερος συνειρμός είναι η ψυχή του σουρρεαλισμού. Σημειώνει δε ότι το Λεξικό αυτό αποτελεί μια δικαιολογία για να ειπωθεί ότι θα 'πρεπε να ειπωθεί, με σκοπό, επίσης, το σπάσιμο της βαθιάς σιωπής μέσα στον εαυτό μας (...).


Υποτίθεται πως αυτός είναι ο Α' τόμος, και φτάνει μόλις μέχρι το λήμμα Αβδούλ Μουμά! Η ανάπτυξη ενός λήμματος μπορεί να καλύπτει λίγες γραμμές ή και πέντε με δέκα σελίδες, ανάλογα με τις συνειρμικές προεκτάσεις που επιδέχεται. Ας πάμε σε ένα λήμμα με συντομότατη ανάπτυξη:
ΑΒΑΔΟΥΤΑΣ: Τάξις Ινδών ερημιτών. Σήμερον η λέξις σημαίνει την φράσιν "Άφησέ με ήσυχον" ή "Εμένα δεν μ' ενδιαφέρει καθόλου" ή "Κάντε καλά μόνοι σας" ή "Εμένα μη με ανακατεύετε" και τα παρεμφερή. Παράδειγμα:
- Θα πάμε απόψε στον κινηματογράφο;
- Αβαδούτας!
Ή ακόμη... ΑΒΑΝΤΟΥΡΙΝΗΣ: Ορυκτόν της ποικιλίας του χαλαζίου μετά λεπιδίων μαρμαρυγίου, άτινα παρέχουσι αυτώ ερυθροκαστάνινα ή κιτρινοκαστάνινα χρώματα και σπηνθιρίζουσαν επιφάνειαν. Προέρχεται εκ των ούρων των Αβάντων ή Αβαντιδών, οι κρύσταλλοι των οποίων είναι ορατοί δια μικράς μεγεθύνσεως μικροσκοπικώς. Εξ αυτού συνάγεται ότι οι Άβαντες, εν Ευβοία διαβιούντες, κατέλιπον εις το έδαφος αυτής ίχνη Αβαντουρίνης, άτινα σήμερον είναι δυνατόν να ανευρεθούν εις το υπέδαφος αυτής και ουχί εις μεγάλο βάθος. Πολλοί επιστήμονες φρονούν ότι εις τούτο οφείλεται η σχετική ευφορία του εδάφους της Ευβοίας. Η αντίδρασις των αλάτων αυτών είναι όξινος και εις δόσεις πέραν του ενός κυβικού εκατοστού καθίσταται δηλητηριώδης διά τον οργανισμόν. Εις το εμπόριον η ουσία αύτη φέρεται εις ιδιοσκευάσματα δισκίων ως Ουρίνη 5 και έχει ενέργειαν διουρητικήν.


Εκτενή κριτκή για το βιβλίο έγραψε στην "Ελευθεροτυπία" (23 - 12 - 1992) ο Ευγένιος Αρανίτσης, με τίτλο "Οι γνώμες διχάζονται". Φωτοαντίγραφο του δημοσιεύματος μου είχε δώσει ο Ρικάκης, που τον θυμάμαι να μου λέει: Διάβασέ το, βρε παιδί μου, να μου πεις τη γνώμη σου κι εσύ, γιατί εγώ δεν βγάζω συμπέρασμα απ' αυτά που γράφει ο Αρανίτσης...


Στο οπισθόφυλλο του βιβλίου, ο Ρικάκης σε βρεφική ηλικία και, εκτάκτως, ένα μεστό αυτοσαρκασμού βιογραφικό του.


5. Ο Άρχων της Νυκτός.
Κυκλοφόρησε το 1996 από τις Εκδόσεις Χατζηνικολή (σ.σ. 283). Πρόκειται για ένα μυθιστόρημα γεμάτο "μυστικά", που καλύπτει 208 σελίδες του βιβλίου, ενώ στις υπόλοιπες 75 παρατίθενται τα τεκμήρια (αλληλογραφία, δημοσιεύματα, σημειώσεις, σχέδια), τα οποία, κατά τον συγγραφέα, ενισχύουν την έννοια και την αίσθηση του 'μυθικού' , μέσα από την εμπλοκή του πραγματικού γεγονότος με το φανταστικό.
 

Στο οπισθόφυλλο του βιβλίου διαβάζουμε σχετικά:
Άρχων της Νυκτός είναι µια πραγµατική ιστορία, µε φανταστι­κές προεκτάσεις και αναφέρεται σε µια Eroica της εποχής του 1941-42 µέσα στους κόλπους του γνωστού περιοδικού της Νεότητας, που ο Αναγνώστης θα µαντέψει εύκολα ... Η ιστορία περιβάλλεται από ό,τι λέµε «µυστήριο» στα αστυνοµικά µυθιστο­ρήµατα, µέσα σ' ένα κλίµα φρεσκάδας του ροµαντισµού ... Ο κεντρικός ήρωας - δανεισµένος από το Όνειρο θερινής νύχτας του Σαίξπηρ - είναι µια υπερβατική-ονειρική µορφή, σύµβολο του αγαθού και της τελειότητας, πάντα παρούσα αλλά και από­µακρη, όπως συµβαίνει µε ό,τι λέµε «ιδανικό». Ο συγγραφέας προτίµησε ν' αποφύγει χαρακτηριστικά της τοπογραφικής ή πραγµατικής ταυτότητας των λοιπών ηρώων, για να τονίσει τον µύθο και το µυστήριο, επιδιώκοντας την εισβολή του ονειρικού στοιχείου µέσα στο πραγµατικό και τ' ανάποδο, µε το αποτέλε­σµα ν' αφήσει στο τέλος τον αναγνώστη µετέωρο και δροσερά προβληµατισµένο για το «ποια τελικά είναι η αλήθεια ... ». Έτσι, ακόµα και µέχρι σήµερα, ο Άρχων της Νυκτός παραµένει µια αµφιλεγόµενη προσωπικότητα και θ' αναρωτηθεί κανείς αν θα σταθεί άραγε δυνατό ν' αποκρυπτογραφηθεί κάποτε ...".

Κριτική από τη Μ. Θεδοσοπούλου, εφημ. Η ΕΠΟΧΗ (20-4-1997):



6. Τππελκαόπ.
Κυκλοφόρησε το 1999 απο τις Εκδόσεις Γαβριηλίδη (σ.σ. 209). "Τππελκαόπ" είναι το όνομα της ηρωίδας και, όπως μου είχε εξηγήσει ο Ρικάκης, σχηματίζεται από τα αρχικά ερωτηματικών λέξεων και φράσεων που χρησιμοποιεί η ηρωίδα, καθώς ρωτά να μάθει τα μυστικά της φανταστικής πραγματικότητας όπου περιπλανιέται. Αυτή δε η φανταστική πραγματικότητα συνιστά τη για πάντα χαμένη ουσία της ζωής μας - η Πύλη είναι μόνον... έξοδος.


Το βιβλίο προλογίζει - με εξαιρετική διεισδυτικότητα - ο γνωστός ποιητής Νίκος Φωκάς:

Ο Δηµήτρης Ρικάκης, όπως συνάγεται από τα µέχρι σήµερα βι­βλία του - ένα τόµο διηγηµάτων και µια συλλογή από µικρές πρόζες, µε εξωπραγµατική θεµατολογία και τα δύο, ένα σχετικά πρόσφατο µυθιστόρηµα κ. ά. - αλλά και µε το ανά χείρας ονειρι­κό αφήγημα, συγγενεύει µεν µε την ελληνική υπερραλιστική οι­κογένεια, θα έλεγε όμως κανείς ότι. εκτός από το υπερρεαλιστικό, στις φλέβες του ρέοουν και άλλα αίµατα. Με την πάροδο µά­λιστα των ετών, τα τελευταία αυτά, όπως το πολιτικό ή, πιό σω­στά, το αναρχικό, γίνονται ολοένα πιο ισχυρά, χωρίς ποτέ αυτό να συνιστά έκπτωση από το χώρο της φαντασίας στο χώρο της τρεχούμενης κοινωνικής διαµαρτυρίας.
Αντιθέτως. Αν υπάρχει µια διαµαρτυρία, ή µία εκ βαθέων αντίρ­ρηση στην πεζογραφία του Δηµήτρη Ρικάκη, αυτή σαφώς αφο­ρά τη λογική του κόσµου, το ότι ο κόσµος δεν µπορεί δυστυχώς παρά να είναι αυτός που είναι, χωρίς γι αυτό να πρέπει αναγκα­στικά να τον παραδεχόµαστε ως τέτοιο. Και ναι µεν δεν µπορού­µε να συντρίψουµε τον κόσµο - πολύ περισσότερο που δεν έχου­µε µε τί να τον αντικαταστήσουµε - τίποτα όµως δεν µας εµπο­δι'ζει να τον πειράζουµε, να τον ενοχλούµε, εφόσον αυτό µας πα ρέχει ένα λόγο υπάρξεως τόσο ως ανθρώπων όσο και ως ουγΥρα­φέων. Από την άποψη αυτή η ψυχολογία του Ρικάκη συγyενεύει µε εκείνη του µικρού παιδιού που πλήττει µε το δωμάτιό του - το αστικό δωμάτιό του - πλήττει µε τα άλλα παιδιά, µε τους υπο­χρεωτικούς περιπάτους, µε τα χριστουγεννιάτικα δέντρα, και επιδίδεται σε διορθωτικές για την πλήξη του σκανταλιές, λέει ψέµατα, ζωγραφίζει στο τζάµι ή το χαρτί.
Συνεπής µε τα παραπάνω, η φανταστική αφήγηση του παρόντος βιβλίου δεν θέλει να είναι παρά ένα παρατεταµένο πείραγµα για τη λογική µας, τους θεσµούς µας, την κοινωνία και τον άνθρωπο γενικότερα. Κατά πόσο το πείραγµα αυτό κατορθώνει να ενο­χλήσει ή απλώς αρκείται στο να· ψυχαγωγήσει τον αναγνώστη που το συµµερίζεται µε ένα κλείσιµο του µατιού, είναι κάτι που δεν νοµίζω να απασχολεί σοβαρά τον σvγyραφέα µας, όπως δεν απησχόλησε ποτέ και τον Lewis Cαrοll µε την ηρωίδα του οποί­ου, Αλίκη, η παρούσα συνοµήλικη ηρωιδα του Ρικάκη έχει ασφαλώς αρκετές οµοιότητες. Θα µπορούσε ωστόσο κανείς, έστω και µε κάποιο δισταγµό, να ισχυριστεί ότι η µικρή Τππελ­καόπ, κατ' απόκλιση προς την Αλίκη, είναι περισσότερο παρα­τηρητική και κριτική από εκείνη, και λιγότερο ονειρικά παθητι­κή και ποιητική. Εξ άλλου η µικρή Τππελκαόπ δεν προσφέρεται για ανάγνωσµα παιδικό, παρ' όλο το αφελές στοιχείο της αφήγη­σης, που δεν παύει, όπως και στην Αλίκη, να έχει κάτι το δαιµονι­κό. Κάτι τέτοιο το αποκλείουν, αν µη τι άλλο, και οι ανοιχτές σε­ξουαλικές αναφορές του κειµένου, όσο διακριτικές και παιχνι­διάρικες να είναι.
Ορισµένες επιµέρους παρατηρήσεις αφορούν το ύφος της γρα­φής του Ρικάκη και τη δοµή της αφήγησής του. Στην προκειµένη περίπτωση, αλλά και στα προηγούµενα βιβλία του, ο συΥΥραφέ­ας συχνά αµελεί το ύφος, σαν κάτι δευτερεύον, όπως συχνά συµ­βαίνει στον προφορικό λόγο, ιδίως τον λόγο του παραµυθιού ή του ανεκδότου, ο οποίος εδώ, όπως και αλλού στην πεζογραφία του Ρικάκη, φαίνεται να εξυπηρετεί καλύτερα την διήγηση των απίθανων επεισοδίων της ιστορίας - αν πράγµατι ιστορία µε αρ­χή, μέση και τέλος υπάρχει. Διότι όντως για µια σειρά από επει­σόδια πρόκειται, πράγµα που µας παραπέµπει σε παλαιότερα στάδια της λογοτεχνίας, όταν η δοµή της αφήγησης ήταν ευθύ­γραµµη, χωρίς ουσιαστικά το επόµενο να προϋποθέτει το προηγούμενο, χωρίς ο χρόνος να έχει ιδιαίτερη σημασία, εφόσον ο συγγραφέας ή ο αφηγητής δεν δούλευε µε την εσωτερική ανέλι­ξη των προσώπων ή των καταστάσεων αλλά µε την επανάληψη ή τη συσσώρευση, όπως στην περίπτωση διηΥήσεων περιπετειών ηρώων (Γκιούλιβερ) ή εκείνη των ιστοριών µε τα ίδια πάντα πρόσωπα, όπως στο θέατρο σκιών. Ετσι λοιπόν και εδώ µε το απορηµένο και σχεδόν παραπονεµένο, αλλά εν τέλει αγγελικό προσωπάκι της, η µικρή ηρωίδα πορεύεται από τον ένα σταθµό της περιήγησής της ανά τον κόσμο στον άλλο, όχι κατά προτε­ραιότητα αλλά µάλλον στην τύχη, µιλώντας άλλοτε µε τον Ερω­τευµένο, άλλοτε µε τον Περιπτερά, άλλοτε µε τους κατοίκους της περιοχής της Αλήθειας, άλλοτε µε τον Νεκροθάφτη, τον Ψεύ­τη, τον Στρατιώτη κ.ο.κ.
Πόσο η µέθοδος αυτή ικανοποιεί σήμερα εμάς τους κουρασµέ­νους από την ανάγνωση του Κάφκα, της Τζέην Ωστιν, του Φλωµπέρ, του Ντοστογιέφσκυ και όλης της µεταγενέστερης αφηγηµα­τικής λογοτεχνίας είναι ένα ερώτηµα στο οποίο δεν θα επιχειρήσω να απαντήσω. Εξ άλλου ένα λογοτεχνικό κείµενο δεν καταξιώνε­ται ή απαξιώνεται από τη µέθοδό του, αλλά από τη µοναδικότητά του, άσχετα από τη µέθοδο στην οποία επιλέγει να γραφτεί.
Νίκος Φωκάς
Γενάρης, 1998


Ας διαβάσουμε κι ένα ελάχιστο απόσπασμα:
- Από κει, κι ο µηχανισµός πάει στο κεφάλι µας και τότε κάνουµε όλοι το καθήκον µας και όλα είναι ταχτικά, όπως τα θέλει ο αξιωµατικός και ο βασιλιάς και ο λαός.
- Μα ο λαός είπατε πως δεν θέλει τον βασιλιά, άµα δεν κάνει τίποτα.
- Σωστά, απάντησε ο Στρατιώτης, όµως και το λαό τον κουρδίζουν µε διαταγή του βασιλιά, κι άµα τον κουρδίσουν, δεν βγαίνει στους δρόµους να φωνάζη.
- Και ποιοι τον κουρδίζουν;
- Οι άνθρωποι του βασιλιά που, όπως κι ο ίδιος, αυτοί είναι µόνιµα κουρδισµένοι, δηλαδή δεν ξεκουρδίζονται ποτέ ... Και να δης τώρα, που θα 'ρθη ο αξιωµατικός να µε κουρδίση, θα λέω άλλα πράµµατα σε σένα, αν κάτσης λιγάκι ακόµα εδώ.
- Δηλαδή τι θα µου λέτε; ρώτησε περίεργη η Τππελκαόπ και κοίταξε µε θαυµασµό τον Στρατιώτη, που ήξερε τόσα πράµµατα, αλλά κυριότερα που είχε το νου του να φυλάγεται για να µην τον τιµωρήσουν.
- Θα σου λέω πως απαγορεύεται να µου µιλάς - όπως έγινε στην αρχή, κι αυτό έγινε γιατί µόνο τώρα άρχισα να ξεκουρδίζοµαι - θα σου λέω για το έθνος, για το βασιλιά που είναι ερ­γατικός και καλός, για τη σηµαία µας, για τα καλά του στρα­τού κι άλλα τέτοια, και βέβαια πως όλα είναι εντάξει κι όλα πηγαίνουν καλά, κι ας µην είναι τίποτα απ' αυτά αλήθεια ...
Η Τππελκαόπ θέλησε να ρωτήση κάτι σπουδαίο, όµως ο Στρατιώτης τη σταµάτησε.
- Πήγαινε πιο πέρα και κάνε πως µε θαυµάζεις, γιατί έρχεται ο αξιωµατικός να µε κουρδίση, και λέγοντας αυτά, στάθηκε προσοχή και έκανε µε το όπλο του 'παρουσιάστε'. Η Τππελ­καόπ πήγε πίσω και χάζευε τον αξιωµατικό που έβγαλε ένα µεγάλο κλειδί κι άρχισε να κουρδίζη τον Στρατιώτη, κι ο κρό­τος που έκανε το κλειδί στην κλειδαριά, ήταν όπως όταν κουρ­δίζης ένα ρολόι (…)


____________________
.
Απώλεια*
Υπάρχει πάντα κάτι που χάνει κανείς:
τις ώρες
των φθινοπωρινών δειλινών
στα γυμνά και άγνωστα πάρκα,
στις φωτισμένες λεωφόρους της νύχτας,
στα πτωχά διαμερίσματα των συνοικισμών.
Υπάρχει πάντα κάτι που χάνει κανείς:
μια βελόνα,
μια γομολάστιχα,
ένα κλειδί,
κάτι που διαφεύγει της προσοχής μας,
που διαφεύγει της ικανότητάς μας
να συγκρατήσουμετα φθαρτά δεδομένα.
Υπάρχει πάντα κάτι που χάνει κανείς:
στις τσέπες του σακκακιού του,
ίσως κάποιο σημείωμα,
ίσως εκείνο το «εισιτήριο επιστροφής»,
μια «άδεια εισόδου»,
ένα μαντίλι λευκό.
Πάντα κάτι:
έναν αριθμό πρωτοκόλλου,
μια ημερομηνία,
ένα διαθέσιμο κάθισμα,
μια διεύθυνση,
την παρουσία μιας πινακίδας.
Υπάρχει πάντα κάτι που χάνει κανείς:
τις ώρες των ανώδυνων -προς στιγμήν-
αναχωρήσεων,
μια διαβεβαίωση,
μια υπόσχεση,
ένα κέρμα μικράς αξίας.
Υπάρχει πάντα κάτι που χάνει κανείς:
την ώρα που κλείνουν
οι ταχυδρομικές Υπηρεσίες
και κατεβαίνουν τα ρολλά
των Δημοσίων Καταστημάτων.
Υπάρχει πάντα κάτι:
μια ταυτότητα,
ένα πρόσωπο,
ένας φάκελλος μεγάλης σημασίας.
Έψαξα με προσοχή
στα βιβλία μου,
στα γραπτά μου,
στους χώρους
των πολύχρωμων συναναστροφών,
στα σημεία
των καθημερινών συναντήσεων.
Ερεύνησα
όλα τα δωμάτια
της σιωπηλής μου κατοικίας,
τα ενδύματά μου,
τις επιφάνειες
των αυστηρών επίπλων του παρελθόντος.
Ρώτησα τους νυκτερινούς φίλους
των ανεύθυνων και περιττών στιγμών,
τους υπεύθυνους και σοβαρούς
ανθρώπους των στολών.
Πληροφορήθηκα
πως δεν ήσουν
ούτε στις λευκές προκυμαίες
των κυριακάτικων περιπάτων,­
πως το όνομά σου ήταν άγνωστο
στις αγγελίες των θανάτων,
των ατυχημάτων,
των αυτοκτονιών.
Διαπίστωσα
την απουσία σου
στα προσκλητήρια των λεξικών,
των καταλόγων,
των επιτύμβιων χρυσών επιγραφών.
Βεβαιώθηκα
πως έφυγες
απ' τη χώρα των απλών παιχνιδιών,
δεν ήσουν καν
στην ανοικτή μου παλάμη
ούτε στην αφηρημένη έκταση
των 'Ωκεανών.
Υπάρχει πάντα κάτι που χάνει κανείς:
μεταξύ των αντικειμένων,
των ανθρώπων,
των στιγμών,
μια ευκαιρία,
μια λεπτομέρεια,
κάτι...
Τα τραίνα έφυγαν
δίχως εσένα,
τα πλοία σαλπάρισαν
δίχως εσένα,
τα λεωφορεία ξεκίνησαν
δίχως εσένα,
ο κόσμος εδήλωσε την παρουσία του
δίχως εσένα…
κι εσύ
δεν απόμεινες
σε κανένα σταθμό,
δεν κάθησες
σε καμιά αποβάθρα,
δεν περίμενες
σε καμιά στάση,
δεν έριξες πουθενά
τη σκιά σου.
Ich habe dich verlοren...
.

*Η "Απώλεια" είναι το μοναδικό δημοσιευμένο ποίημα του Δημήτρη Ρικάκη και πρέπει να το έγραψε το 1957, όταν χώρισε από τη σύζυγό του. Ένα χρόνο αργότερα, το ποίημα δημοσιεύθηκε στο τριμηνιαίο λογοτεχνικό περιοδικό "Καινούρια Εποχή".


ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ Η ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΚΑΙ Η ΚΑΘ' ΟΙΟΝΔΗΠΟΤΕ ΤΡΟΠΟ ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΣΗ ΤΟΥ ΚΕΙΜΕΝΟΥ ΚΑΙ ΤΩΝ ΕΙΚΟΝΩΝ ΧΩΡΙΣ ΤΗΝ ΕΓΓΡΑΦΗ ΑΔΕΙΑ ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΚΤΗ - ΕΚΔΟΤΗ.

Σάββατο, 19 Ιουλίου 2008

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΡΙΚΑΚΗΣ (5)

Ο ΦΡΕΝΤΥ ΚΑΡΑΜΠΟΤΤ ΓΙΑ ΤΟΝ ΖΩΓΡΑΦΟ ΡΙΚΑΚΗ.

Ο διαπρεπής ζωγράφος και designer Φρέντυ Κάραμποττ, ο οποίος υπήρξε επιστήθιος φίλος του Δημήτρη Ρικάκη από τα μαθητικά τους ήδη χρόνια, δημοσίευσε στην εφημερίδα "Επικαιρότητα" το παρακάτω κείμενο, για να καλύψει το "κενό" σε ένα δημοσίευμα της "Ελευθεροτυπίας" (29 - 6 - 2000) που αναφερόταν στο έργο του υπερρεαλιστή Ρικάκη, χωρίς όμως ουσιαστική αναφορά στην ιδιότητά του ως ζωγράφου:

Ναι, αλλά τι έγινε ο ζωγράφος;
Μια ζωή ολόκληρη, ο Δημήτρης ζωγράφιζε! Από τα θρανία του Λεοντείου [Λυκείου] με εντυπωσίαζε με τη σωστότητα της ανθρώπινης φιγούρας. Χρησιμοποιούσε άφοβα όλα τα μέσα. Είχε την άνεση και το θάρρος να μην υποτάσσεται σε κλασικούς κανόνες όπως, για παράδειγμα, όταν χρησιμοποιείς τέμπερα, να χρησιμοποιείς ΜΟΝΟΝ τέμπερα. Όχι! Αν έβρισκε ότι το θέμα σήκωνε και λίγο μολύβι, για να γκριζάρει κάποιον ουρανό ή να σβήσει απαλά μια σκιά, θα το έκανε!

Έφερνε ταχύτατα, καταπληκτικά αποτελέσματα, χωρίς να έχει σπουδάσει ποτέ ζωγραφική. Ήταν αυστηρός στη λεπτομέρεια και στην απόδοση του πραγματικού, γι' αυτό - και για πολλά άλλα - θαύμαζε τον Salvador Dali. Διότι, ναι μεν ο τελευταίος ζωγράφιζε ένα ρολόι σε ονειρικό τοπίο, αλλά το ρολόι ΗΤΑΝ ΡΟΛΟΪ!
Οι ακουαρέλες του Δημήτρη Ρικάκη ήταν φαινόμενο ταχύτητας, απλότητας συνάμα και αποδόσεως του ζητούμενου. Σ' αυτήν τη δουλειά του τον είχε εμπνεύσει πολύ ο Turner.Η παραγωγή του, σε σχέδιο, σκίτσο, comics, graphics, τέμπερες και λάδια, ήταν παραπάνω από πληθωρική.
Οι σκηνογραφίες του στην Αυστρία και τη Γερμανία, για έργα του Μπέκετ και όπερες του Βάγκνερ, έκαναν πάταγο. Επειδή, όμως, δεν του άρεσαν οι δημόσιες σχέσεις, εδώ εισπράττουμε κατά καιρούς μόνον μονόστηλους ψιθύρους!
Η εικονογράφηση του μυθιστορήματος "Ο Μεγάλος Μάγος", από τα παιδικά του χρόνια (με σινική, νερομπογιές, κραγιόνια και μολύβι), συνιστά μέχρι σήμερα έργο ιδιαιτέρας ποιότητας, όπως και η εικονογράφηση του Ευαγγελίου, με τους αγγέλους/αστροναύτες, συνθέσεις μεταφυσικο-διαστημικών διαστάσεων, που είμαι βέβαιος ότι συγκλονίζουν πολλούς - σίγουρα τουλάχιστον εμένα.


Και πώς να μην αναφερθεί κανείς στην ιδιάζουσα πρωτοτυπία της γραφιστικής του δουλειάς, όπως τα άκρως εντυπωσιακά εξώφυλλα του Οικονομικού Ταχυδρόμου; Η τόλμη του να χρησιμοποιεί αφθόνως το μέχρι τότε (1960) "μακριά από μας" μαύρο χρώμα στις διαφημίσεις της Olympic Advertising, που ξάφνιασαν το τότε κατεστημένο, τις ευφυέστατες και επιβλητικές λύσεις στα περίπτερα της Ενώσεως Ελλήνων Γραφιστών στην Έκθεση της Θεσσαλονίκης... Αφήνω τις τόσο επιτυχείς εκθέσεις του ζωγραφικής και σκηνογραφίας. Οι τελευταίοι του πίνακες, που ζωγράφισε στην Εύβοια, έχουν προσφέρει τόση αγάπη και ζεστασιά στους συγγενείς και φίλους του!
Λοιπόν, ναι! Υπερρεαλιστής πεζογράφος, συγγραφέας, φιλόσοφος και, πάνω απ' όλα, σ υ γ κ λ ο ν ι σ τ ι κ ό ς αφηγητής, αλλά και ΑΔΙΑΜΦΙΣΒΗΤΗΤΑ ΖΩΓΡΑΦΟΣ!

Φρέντυ Κάραμποττ

Παρασκευή, 18 Ιουλίου 2008

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΡΙΚΑΚΗΣ (4)

ΤΑ ΣΚΙΤΣΑ - ΠΡΟΚΗΡΥΞΕΙΣ.
Με τα σκίτσα - προκηρύξεις του, ο "παλαίμαχος, σοφός και αστραφτερός νεανίας Δημήτρης Ρικάκης" (κατά την έκφραση του Γ. Σταματόπουλου), απευθύνεται στους απλούς ανθρώπους της υπαίθρου, στη δική τους, την απλή, καθημερινή γλώσσα. Ονειρευόταν πάντα μια εξέγερση του λαού εναντίον των εξουσιαστών και κάθε συστήματος καταπίεσης, αισθανόμενος ότι ήταν ιερό καθήκον του η αφύπνιση των συμβιβασμένων, φοβισμένων ή αδιάφορων συνανθρώπων του. Μέσα από αυτά τα σκίτσα - προκηρύξεις ακούγεται η κραυγή του, κραυγή αγωνίας, αλλά και οργής...

.












.








.










ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ Η ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΚΑΙ Η ΚΑΘ' ΟΙΟΝΔΗΠΟΤΕ ΤΡΟΠΟ ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΣΗ ΤΟΥ ΚΕΙΜΕΝΟΥ ΚΑΙ ΤΩΝ ΕΙΚΟΝΩΝ ΧΩΡΙΣ ΤΗΝ ΕΓΓΡΑΦΗ ΑΔΕΙΑ ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΚΤΗ - ΕΚΔΟΤΗ.

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΡΙΚΑΚΗΣ (3)

Η "ΚΥΡΑ" ΚΑΙ ΤΟ "ΠΑΠΟΥΤΣΙ".
Η "Κυρά της Ρω" και το "Παπούτσι Μούγερ" είναι τα πανελληνίως γνωστότερα εικαστικά έργα του Δημήτρη Ρικάκη, αν και ο ίδιος δεν έγινε ποτέ ευρύτερα γνωστός ως ο δημιουργός τους.


Την "Κυρά της Ρω" ζωγράφισε Ρικάκης το 1984, για να κοσμήσει το εξώφυλλο του ημερολογίου τοίχου που εξέδωσε η Εθνική Τράπεζα της Ελλάδας για το έτος 1985, με θέμα τα ακριτικά νησιά του Αιγαίου.

.
Η εφημερίδα "Η Καθημερινή" στο ένθετο "Επτά Ημέρες" της Κυριακής 18 Φεβρουαρίου 1996, που ήταν αφιερωμένο στο Καστελλόριζο, χρησιμοποίησε ως εξώφυλλο το εν λόγω έργο του Δημήτρη Ρικάκη.

Το αρχικό σχέδιο του Ρικάκη και η σημερινή μακέτα στην είσοδο του καταστήματος Μούγερ.
. .
Ως σχεδιαστής - διαφημιστής, ο Δημήτρης Ρικάκης, εργάστηκε κατά τη δεκαετία του '60. Το διασημότερο δε από τα διαφημιστικά του σχέδια ήταν του περίφημου παπουτσιού του οίκου Μούγερ. Ωστόσο, ο ίδιος δεν καμάρωσε ποτέ γι' αυτό και γενικότερα για το έργο του στο χώρο της διαφήμισης, για λόγους... συνείδησης!


ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ Η ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΚΑΙ Η ΚΑΘ' ΟΙΟΝΔΉΠΟΤΕ ΤΡΟΠΟ ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΣΗ ΤΟΥ ΚΕΙΜΕΝΟΥ ΚΑΙ ΤΩΝ ΕΙΚΟΝΩΝ ΧΩΡΙΣ ΤΗΝ ΕΓΓΡΑΦΗ ΑΔΕΙΑ ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΚΤΗ - ΕΚΔΟΤΗ.

Πέμπτη, 17 Ιουλίου 2008

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΡΙΚΑΚΗΣ (2)

Η ΖΩΓΡΑΦΙΚΗ ΤΩΝ ΤΕΛΕΥΤΑΙΩΝ ΧΡΟΝΩΝ.
Η τελευταία δεκαετία της ζωής του Ρικάκη ήταν προσαρμοσμένη στους φυσικούς ρυθμούς του αγροτικού περιβάλλοντος της Κηρίνθου. Ζωγράφιζε για το κέφι του, χωρίς πιέσεις και δεσμεύσεις, επιλέγοντας συνήθως θέματα από την καθημερινότητα της τοπικής ζωής. Πουλούσε μάλιστα πίνακές του σε κατοίκους της περιοχής, σε φίλους κατά κανόνα, έναντι μιας συμβολικής τιμής, ίσα-ίσα να τα βγάζει κι αυτός πέρα, γιατί, εκτός από μια πενιχρή σύνταξη, δεν είχε άλλο εισόδημα.
Σχεδόν σε όλα τα έργα αυτής της περιόδου χρησιμοποιεί τέμπερα, πειραματιζόμενος με διάφορες τεχνοτροπίες.
Φωτογράφισα τους πίνακες τον Αύγουστο του '98, όσους ήταν διαθέσιμοι τουλάχιστον, γιατί τους περισσότερους τους είχε ήδη χαρίσει ή πουλήσει...








.
.

.
.










.




ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ Η ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΚΑΙ Η ΚΑΘ' ΟΙΟΝΔΗΠΟΤΕ ΤΡΟΠΟ ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΣΗ ΤΟΥ ΚΕΙΜΕΝΟΥ ΚΑΙ ΤΩΝ ΕΙΚΟΝΩΝ ΧΩΡΙΣ ΤΗΝ ΕΓΓΡΑΦΗ ΑΔΕΙΑ ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΚΤΗ - ΕΚΔΟΤΗ.

Σάββατο, 12 Ιουλίου 2008

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΡΙΚΑΚΗΣ (1)

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΑ ΚΑΙ ΑΛΛΑ ΣΥΝΑΦΗ.
Για το ποιος ήταν ο Δημήτρης Ρικάκης ως άνθρωπος, θα αναφέρω μόνο ένα σύντομο διάλογο που είχαμε σχετικά με τις... μύγες, κι ο καθένας θα καταλάβει. Ήταν καλοκαίρι και παραπονιόμουν για τις τόσες μύγες στο σπίτι μου. Είμαι συνέχεια με τη μυγοσκοτώστρα στο χέρι, του είπα. Χρησιμοποιείς μυγοσκοτώστρα; μου λέει ξαφνισμένος. Δεν θεωρείσαι πια φίλος! Μα τι να κάνω, δικαιολογήθηκα εγώ, γεμίζει το σπίτι. Να ανοίξεις, να βγουν έξω τα παιδιά! μου απάντησε ξερά και γύρισε αλλού το κεφάλι...


Ο Δημήτρης Ρικάκης στα μέσα της δεκαετίας του '80.

Έμενε από το 1990 στην Κήρινθο, στο χώρο που του είχε παραχωρήσει η κυρία Μαίρη Αβέρωφ. Τον γνώρισα στις αρχές του 1995 κι από τότε κάναμε συστηματικά παρέα, με γλέντια πάντα, αλλά και μεγάλους καβγάδες φιλοσοφικού χαρακτήρα. Μόλις πέρσι δε, επτά χρόνια μετά το θάνατό του, αξιώθηκα να συντάξω το παρακάτω βιογραφικό του:

Γεννήθηκε στην Αθήνα το 1925. Τελείωσε το Λεόντειο Λύκειο και φοίτησε στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, την οποία εγκατέλειψε κατά το τελευταίο έτος των σπουδών του. Φοίτησε αργότερα στην Ακαδημία Εφαρμοσμένων Τεχνών της Βιέννης και στο Σεμινάριο Reinhardt. Εργάστηκε ως σκηνογράφος θεάτρου πρόζας στην Αυστρία (Βιέννη, Λιντς) και στη Γερμανία (Βρέμη, Hofsaale).
Επιστρέφοντας στην Ελλάδα, ασχολήθηκε επαγγελματικά με το διαφημιστικό σχέδιο, χωρίς ποτέ να συμβιβαστεί με τον ελεγχόμενο ρόλο του διαφημιστή και την «ηθική» του καταναλωτισμού. Για ένα μεγάλο διάστημα διέμενε στην Άνδρο, όπου αφοσιώθηκε στο γράψιμο και τη ζωγραφική. Αποφάσισε τέλος να αφήσει την Άνδρο και το 1990 εγκαταστάθηκε στην Κήρινθο της Εύβοιας, όπου συνέχισε το δημιουργικό του έργο ως το 2000, που έφυγε από τη ζωή.
Στην Κήρινθο ο Δημήτρης Ρικάκης βρήκε την πατρίδα που χρόνια έψαχνε, το γαλήνιο φυσικό περιβάλλον και τις ζεστές καρδιές των απλών ανθρώπων, οι οποίοι τον αγάπησαν σαν δικό τους άνθρωπο. Πάνω απ' όλα τον χαρακτήριζε η ειλικρίνεια, η σεμνότητα και η ανιδιοτέλεια. Ρομαντική φύση, βαθύς οραματιστής και μαχητικός ιδεολόγος, υπηρέτησε με το έργο του και τη στάση ζωής του τα μεγάλα πανανθρώπινα ιδανικά, στηλιτεύοντας συγχρόνως τα φαινόμενα αλλοτρίωσης της σύγχρονης κοινωνίας.
Έγραψε διηγήματα, μυθιστορήματα και δοκίμια, ενώ ζωγραφικά του έργα εξέθεσε σε μεγάλες γκαλερί της Αθήνας και του εξωτερικού. Έχουν εκδοθεί τα βιβλία του:
«Ο αντιπρόσωπος» (Χατζηνικολής, 1981)
«Τα φανάρια του Ταλ» (Εστία, 1986)
«Τα Μικρά» (Γαβριηλίδης, 1991)
«Προσωπικό Εγκυκλοπαιδικό Λεξικό» (Εστία, 1992)
«Ο άρχων της νυκτός» (Χατζηνικολής, 1996)
«Τππελκαόπ» (Γαβριηλίδης, 1999).
Πέραν των εκδοθέντων έργων του, άφησε πίσω του και αρκετά αδημοσίευτα, άλλα ολοκληρωμένα και άλλα ημιτελή, όπως η «Διαλεκτική Ι και ΙΙ», το «Ημερολόγιο», η «Ιδανική κοινωνία», η «Κάθαρση - Δοκίμιο κοινωνικής φυσιολογίας» και δύο που έγραψε λίγους μήνες πριν φύγει (2000), τιτλοφορούμενα «Δύο μεγάλα αμαρτήματα από δύο μεγάλους» και «Ο χώρος».

Ο Δημήτρης Ρικάκης στα μέσα της δεκαετίας του '70.

Αλλά ας απολαύσουμε και τον ίδιο τον Ρικάκη να... αυτοβιογραφείται. Πρόκειται για ένα κείμενο που δημοσίευσε, αντί του τυπικού βιογραφικού, στο οπισθόφυλλο του βιβλίου του "Επίτομον Εγκυκλοπαιδικόν Προσωπικόν Λεξικόν", το 1992:

Ο Δημήτριος Ρικάκης διήλθε την βρεφικήν ηλικίαν σε τρομώδη κατάσταση και υπέρμετρον αγάπην, που του επροξένησεν ανεξάλειπτα τραύματα μεταφυσικού χαρακτήρος. Την εφηβείαν εβίωσε μακράν των γραμμάτων ως υποτελής εις τας οικογενειακάς και εν γένει παιδαγωγικάς εντολάς, μεταξύ πραγματικότητος και ουτοπίας. Εφοίτησεν εις το εθνικόν Καποδιστριακόν Εδωδιμοπωλείον, εις την Ιατρικήν Σχολήν, αλλ' εγκατέλειψε αυτήν τελειόφοιτος, διαφωνήσας με τον τρόπον ασκήσεως της Ιατρικής Επιστήμης, καθ' ο «Ιπποκράτειος». Μνημονευθήτω ότι, από καιρού εις άλλον, ήσκησε ποικιλα όσα επαγγέλματα ή λειτουργήματα, οίον το του τυπογράφου, του δοκίμου ιερέως, του οπλίτου, αλλά και του αξιωματικού, του υπαλλήλου εταιρείας οίνων και οινοπνευμάτων, του βοηθού διευθυντού τουριστικού γραφείου εν τη αλλοδαπή, του οξυγονοσυγκολλητού εν ναυπηγείοις, του Γ΄ μηχανικού εμπορικών πλοίων, του ανέργου, του μυστικιστού και άλλων, κυρίως όμως του φαντασιοσκόπου, ουδεμίαν, φευ, εξ όλων αυτών εμπειρίαν χρήσιμον αποκτήσας, ει μη μόνον άμετρον πικρίαν και θλίψιν... Επεδόθη εις την Τέχνην εις τας Τευτονικάς χώρας, καλύψας δια της Σκηνογραφίας τας αείποτε μεταφυσικάς του αγωνίας, με λαμπράς επιδόσεις εις τον χώρο της ανευθυνότητος. Επιστρέψας εις τα πάτρια, επεδόθη εις το διαφημιστικόν σχέδιον, πλην απεποιήθη τούτο συντόμως, θεωρήσας αυτό εγκληματικήν πράξιν διαφθοράς των συνανθρώπων του. Τέλος, εγκατέλειψε τον συμβατικόν πολιτισμόν και απομακρυνθείς εις την ύπαιθρον, επεδόθη εις την, δια του γραπτού Λόγου, απολογητικήν του κλίσιν εν ηρεμία και μονώσει, εν μελήματι καταγγελίας του εν γένει βλακώδους κατεστημένου της ιδιαζόντως απεχθούς εποχής του παρόντος. Απέθανεν τέλος εν γαλήνη ουδέν εκπληρώσας, ως "χρησιμάχρηστος" νοσταλγός του "Κοινού Νοός".

Ιδού, όμως, και το "καθωσπρέπει", συμβατικό βιογραφικό του σημείωμα, που χρησιμοποίησε κάπου στις αρχές της δεκαετίας του '70, ελληνιστί και αγγλιστί (κατά την έκφραση του ιδίου):




Ο Δημήτρης Ρικάκης ήταν γόνος ονομαστής οικογένειας στρατιωτικών, μόνο που αυτό το αποσιωπούσε παντελώς... Αξιωματικός ήταν ο πατέρας του Αντώνιος Δ. Ρικάκης, όπως και ο παππούς του Δημήτριος Α. Ρικάκης, ενώ ο προπάππος του Αντώνιος Ι. Ρικάκης, ο οποίος καταγόταν από την Κρήτη, εξελέγη βουλευτής και εν συνεχεία διετέλεσε υπουργός Δικαιοσύνης και Οικονομικών στις Κυβερνήσεις Κουμουνδούρου, καθώς και πρόεδρος της Βουλής δύο φορές.

Παρά ταύτα, ο Ρικάκης δεν έτρεφε καμία συμπάθεια στους στρατιωτικούς και πολιτικούς γενικώς, και από νεαρή ηλικία στράφηκε στις τέχνες και τα γράμματα, μέσω των οποίων πρόβαλε τις φιλειρηνικές του αντιλήψεις και την αντίθεσή του σε κάθε μορφή βίας.

Στην πορεία των αναζητήσεών του, γνωρίστηκε με σημαντικές προσωπικότητες του πνεύματος, κυρίως κατά την περίοδο που σύχναζε στο "Βυζάντιον", στη Δεξαμενή του Κολωνακίου, όπου μεταξύ των θαμώνων ήταν ο Οδυσσέας Ελύτης, ο Μάνος Χατζιδάκις, ο Γιάννης Τσαρούχης, ο Μάνος Κατράκης και πολλοί ακόμη επώνυμοι συγγραφείς και καλλιτέχνες. Από αυτή ήδη την εποχή, τον συνέδεε στενή φιλία με τον ποιητή και συγγραφέα Νάνο Βαλαωρίτη, με τον οποίο είχε συνεργαστεί στο πρωτοποριακό περιοδικό "Πάλι". Εγκάρδιοι φίλοι του ήταν, επίσης, ο ζωγράφος Φρέντυ Κάραμποττ, ο ποιητής Νίκος Φωκάς, ο συγγραφέας Πάνος Σπηλιωτόπουλος, ο συγγραφέας και δημοσιογράφος της Deutche Welle Άλεκ Σχινάς, ο συγγραφέας και κριτικός λογοτεχνίας Ρένος Αποστολίδης, ο θεατρικός συγγραφέας Ιάκωβος Καμπανέλλης, ο ποιητής Τάσος Δενέγρης, η ηθοποιός Αντιγόνη Βαλάκου κ.ά. Πάντως, τη μεγαλύτερη αδυναμία φαίνεται πως είχε στον Γιώργο Μακρή, μια σπάνια προσωπικότητα, έναν πραγματικό φιλόσοφο, όπως έλεγε. Ίσως κι επειδή ο Μακρής έφυγε πρόωρα, δίνοντας ο ίδιος τέλος στη ζωή του...


Οι φωτογραφίες του Γιώργου Μακρή στο σπίτι του Ρικάκη στην Κήρινθο.


Στο εξωτερικό, στη Γερμανία και την Αυστρία συγκεκριμένα, σκηνογράφησε σημαντικές θεατρικές παραστάσεις, αποσπώντας τα εγκώμια της κριτικής, αλλά και κορυφαίων θεατρικών συγγραφέων, όπως ο Ζαν Κοκτώ. Ανάλογη επιτυχία είχαν και οι εκθέσεις ζωγραφικής του, ιδιαίτερα εκείνη της Φρανκφούρτης, το 1961.



Η εφημερίδα "Αθηναϊκά Νέα" είχε τότε κάνει μια σύντομη αναφορά σε αυτή την έκθεση, θετική μεν, αλλά με ανακρίβειες, πράγμα που ανάγκασε τον Ρικάκη να στείλει επιστολή στην εφημερίδα, όπου μεταξύ των άλλων σημείωνε: Εις την έκθεσίν μου δεν παρουσίασα "ελληνικά τοπεία", ουδέ "μυθολογικάς σκηνάς". Εκτός σκηνογραφιών επί εσχάτως πραγματοποιηθέντων κατά το παρελθόν θεατρικών έργων, τα έργα μου συνίσταντο, αναφορικώς προς την Ζωγραφικήν, εκ πινάκων υπερρεαλιστικής ζωγραφικής, εκ μελετών επί της κλασσικής φλαμανδικής τεχνοτροπίας, εξ έργων αφηρημένης τέχνης και εξ ενίων κατά το ήμισυ tachiste (...).

Παράλληλα, όμως, με την τέχνη και τη συγγραφή, δεν έπαψαν ποτέ να τον απασχολούν και τα ιατρικά θέματα. Είχε, μάλιστα, αναπτύξει μια δική του θεωρία για την αντιμετώπιση του καρκίνου, από τον οποίο τελικά νικήθηκε, ύστερα από δεκάμηνη μάχη.



Μια αγαπημένη ενασχόληση του Ρικάκη, κατά τα τελευταία χρόνια της ζωής του, ήταν ο σχεδιασμός προκηρύξεων με εμπρηστικά συνθήματα, τις οποίες μοίραζε προς κάθε κατεύθυνση. Πίστευε ότι οι απλοί άνθρωποι, αν το θελήσουν πραγματικά, μπορούν να ανατρέψουν τη "νομιμοποιημένη" αδικία του κόσμου μας.


Υποστήριζε δε ότι η ανθρώπινη φύση έχει χάσει το δρόμο της και λειτουργεί παρανοϊκά, επιλέγοντας τη βία και τον πόλεμο, αντί της αγάπης και της ειρήνης. Σύμφωνα με τη θεωρία του, ο σύγχρονος άνθρωπος είναι αποτέλεσμα ενός... γενετικού λάθους. Μόνον έτσι εξηγείται η εγκληματική του δράση εναντίον του είδους του και του Πλανήτη ολόκληρου.

Έναν περίπου μήνα πριν φύγει, κι ενώ ήταν κατάκοιτος, μου ταχυδρόμησε δακτυλογραφημένα δύο μικρά βιβλία που έγραψε στο κρεβάτι του πόνου. Στο ένα από αυτά, με τον τίτλο "Δύο μεγάλα αμαρτήματα από δύο μεγάλους", προσεγγίζει υπό άλλη γωνία δύο σπουδαία λογοτεχνικά έργα, τον "Δον Κιχώτη" του Θερβάντες και τον "Πινόκιο" του Κολλόντι, αποκαλύπτοντας και καταγγέλλοντας την... ακύρωση του Ονείρου, την οποία διέπραξαν οι δύο συγγραφείς, ο ένας "προσγειώνοντας" τον Δον Κιχώτη και ο άλλος "νουθετώντας" τον Πινόκιο. Κι ύστερα από τούτη την καταγγελία του, έκλεισε τα μάτια του, αμετανόητος οραματιστής ως την τελευταία στιγμή...

[Κατά την περίοδο που έμενε στην Αυστρία και περί τα τέλη της δεκαετίας του '50, απέκτησε την κόρη του Ιφιγένεια, καρπό ενός γάμου που δεν είχε μεγάλη διάρκεια]

Και... "τζουμ τριαλαριλαρό, βάρκα γιαλό", το τραγούδι που ξεκινούσε κάθε φορά σε κατάσταση ευθυμίας, στις ταβέρνες της Κηρίνθου και της Κρύας Βρύσης, κι όλοι ένα γύρω ακολουθούσαν... "γεια σου Ρικάκη... γεια σου ρε Δημήτρη!".



ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ Η ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΚΑΙ Η ΚΑΘ' ΟΙΟΝΔΗΠΟΤΕ ΤΡΟΠΟ ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΣΗ ΤΟΥ ΚΕΙΜΕΝΟΥ ΚΑΙ ΤΩΝ ΕΙΚΟΝΩΝ ΧΩΡΙΣ ΤΗΝ ΕΓΓΡΑΦΗ ΑΔΕΙΑ ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΚΤΗ - ΕΚΔΟΤΗ.

Δευτέρα, 7 Ιουλίου 2008

Βάρκα ή... Βαρκά;



Την ύπαρξη της "Βάρκας Ψαχνών" πληροφορήθηκα από την Ιστορία του Ελληνικού Έθνους (Τόμος Α΄, Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα 1970, σελ. 50), όταν ήμουν μαθητής της Β' τάξης Γυμνασίου. Ήταν σημαδεμένη με κόκκινο τριγωνάκι σε ένα χάρτη που παρουσίαζε τις θέσεις των νεολιθικών ευρημάτων στον ελλαδικό χώρο, κι ένιωσα μάλιστα μεγάλη υπερηφάνεια ως Ψαχνιώτης, αφού μόνο η "Βάρκα Ψαχνών" ήταν σημειωμένη σε ολόκληρη την Εύβοια. Άρχισα τότε να ρωτάω τους μεγάλους πού πέφτει αυτή η περίφημη Βάρκα, αλλά κανείς δεν ήξερε. Και πέρασαν πολλά χρόνια μέχρι να μάθω ότι η Βάρκα βρίσκεται κοντά στο ξωκλήσι της Αγίας Παρασκευής, στην περιοχή Μπαϊράμ-Αγάς. Ως εκεί φτάνει η νότια πλευρά του έλους του Κολοβρέχτη και τα όρια του Δήμου Μεσσαπίων.

Η τοποθεσία "Βάρκα", κάπου στα όρια των δήμων Μεσσαπίων και Ν. Αρτάκης.

Μου είχε κάνει εντύπωση που τόσοι παλιοί αγρότες των Ψαχνών αγνοούσαν - και αγνοούν - την ύπαρξη της Βάρκας και μόνο μερικοί σχετικά νεότεροι, και μάλιστα όχι αγρότες, είχαν απλώς ακούσει (ή μάλλον διαβάσει) το τοπωνύμιο και δυο τρεις μόνο από αυτούς γνώριζαν πού περίπου βρισκόταν, σαν να επρόκειτο για κάποιο μυστικό. Πολύ περίεργο, πράγματι!
Στη Βάρκα είχε πραγματοποιήσει αρχαιολογική έρευνα το 1955 ο γνωστός αρχαιολόγος Δ. Θεοχάρης, ο οποίος και δημοσίευσε τα στοιχεία (Αρχείον Ευβοϊκών Μελετών, Τ. ΣΤ΄, 1959), έχοντας μάλλον συμβουλευτεί τότε και κάποιον χάρτη της περιοχής, όπου πιθανώς να ήταν καταγεγραμμένο το άγνωστο στους αγρότες των Ψαχνών τοπωνύμιο. Αργότερα δε, διεξήγαγε δοκιμαστική ανασκαφή και πρόβαλε τη "Βάρκα Ψαχνών" ο αρχαιολόγος Αδ. Σάμψων (Αρχείον Ευβοϊκών Μελετών, Τ. ΚΑ΄, 1977). Στη θέση αυτή, υπήρξε ένας μικρός οικισμός της Τελικής Νεολιθικής (γύρω στο 4000 π.Χ.), αλλά δεν μπορούμε να μιλάμε για εντυπωσιακά ευρήματα.
Πού να κολλάει όμως το όνομα Βάρκα, κανείς δεν ξέρει. Λέτε να ήταν αφημένη εκεί καμιά σάπια βάρκα; Πότε και για πόσο άραγε; Ούτε κανείς την είδε, ούτε και άκουσε γι' αυτή. Ή να υποθέσουμε ότι ο κεντρικός, πεταλοειδής λόφος μοιάζει με βάρκα, ή ότι οι γύρω λόφοι σχηματίζουν την εικόνα βάρκας; Δύσκολο να το φανταστείς...
Το μόνο βέβαιο, ωστόσο, είναι ότι τα χωράφια αυτής της περιοχής κρατάνε νερό τους περισσότερους μήνες του χρόνου, λόγω του ότι υπάρχουν πολλά "μάτια" στο έδαφος. Τα χωράφια που κρατάνε νερό, λοιπόν, οι αγρότες τα λένε..."βαρικά" και, με συγκοπή του γιώτα,"βαρκά" (τα βαρκά, δηλαδή) - τυχαία άκουσα τον όρο αυτόν πέρσι από τον Δημήτρη (Μήτσο) Δούδαλη.
Έτσι, φαίνεται ότι εξηγούνται όλα, πώς δηλαδή ο Δ. Θεοχάρης ανακάλυψε πριν από μισό αιώνα την αγροτική θέση "Βάρκα Ψαχνών", ενώ όλοι οι Ψαχνιώτες αγρότες παραδόξως την αγνοούσαν ως τότε! Το παράδοξο τούτο μπορεί και  να οφείλεται στο χάρτη που ενδεχομένως συμβουλεύτηκε ο διαπρεπής αρχαιολόγος. Ίσως το τοπωνύμιο να ήταν γραμμένο στο χάρτη με κεφαλαία (ΒΑΡΚΑ) και ο Θεοχάρης το διάβασε "Βάρκα", όπως λογικά θα ήταν αναμενόμενο. Ίσως όμως και να ήταν γραμμένο με πεζά και να μη διακρινόταν ο τόνος ή να μην υπήρχε, ή ακόμη και να υπήρχε ο τόνος στη σωστή θέση, αλλά να τον "διόρθωσε" ο αρχαιολόγος. Μα μπορεί και να μην υπήρχε καν το τοπωνύμιο "Βάρκα" στο χάρτη και να το πληροφορήθηκε ο αρχαιολόγος από τους ντόπιους, να του είπαν δηλαδή "Βαρ(ι)κά" και αυτός να άκουσε "Βάρκα". Η τελευταία υπόθεση είναι κατά τη γνώμη πιο κοντά στην αλήθεια, δεδομένου ότι ούτε στους χάρτες (ούτε και στη λίστα των τοπωνυμίων της ευρύτερης περιοχής των Ψαχνών) της Γεωγραφικής Υπηρεσίας Στρατού υπάρχει το τοπωνύμιο "Βάρκα".  Ό,τι πάντως και να έγινε, το αποτέλεσμα ήταν να μετατραπούν τα βαρ(ι)κά (χωράφια) σε "Βάρκα", και μάλιστα σε "Βάρκα Ψαχνών", παρόλο που η θέση ανήκε, οριακά έστω, στον Δήμο Ν. Αρτάκης.
_______________________
Βλέπε και δημοσίευμα της "Παρρησίας" για τη Βάρκα, με τίτλο "Η Βάρκα με τ' αρχαία" (τεύχος 7, Άνοιξη 2002, σσ. 41-43). 
_______________________
ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ Η ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΚΑΙ Η ΚΑΘ' ΟΙΟΝΔΗΠΟΤΕ ΤΡΟΠΟ ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΣΗ ΤΟΥ ΣΥΝΟΛΟΥ Ή ΜΕΡΟΥΣ ΤΟΥ ΚΕΙΜΕΝΟΥ ΧΩΡΙΣ ΤΗΝ ΑΔΕΙΑ ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΚΤΗ..