Τρίτη, 26 Αυγούστου 2008

ΔΟΛΩΜΑΤΑ ΓΟΒΙΩΝ

Βλακείας τόπος όμορφος
και γοβιός της λάσπης οπαδός
όλη τη μέρα και τη νύχτα
το ίδιο σ' όλα
τα δολώματα χτυπάει
Κι άμα το είπες κι έσπασες
τον αέρα που δε φυσάει
που σαν όστρακο στον ύπνο
άθελά σου σε φυλάει
ιδού η σκέψη σου γυμνή
σκιρτώντας μες στα θρύψαλα
δόλωμα κοινό και ευτελές
για ψάρεμα γοβιών ιδανικό

Σάββατο, 23 Αυγούστου 2008

Η ΚΟΠΡΟΜΑΝΙΤΑ

(Το τραγούδι της κοπρομανίτας)

Ένα όνειρο ακόμα
φύτρωσε από το χώμα
μες στ' αγκάθια και τα βλίτα
μια μικρή κοπρομανίτα

Του μπαμπά και της μαμάς της
του παππού και της γιαγιάς της
το μεγάλο τους καμάρι
και μεγάλη τους η χάρη

Την κοπρίζαν μέρα-νύχτα
επενδύοντας πολλά
και της βάλαν γύρω σίτα
μην τους φύγει μακριά

Είμαι μικρή κοπρομανίτα
και δεν με νοιάζ' η σίτα
αλλ' αν ήμουνα πουλί
θα μου στοίχιζε πολύ

Μα κοπρομανίτα μας μικρή
είσαι όνειρο μεγάλο
και μια μάγισσα "καλή"
θα σε κάνει παπαγάλο

Γιατ' υπάρχουν έτοιμα κλουβάκια
υπάρχουνε και ύμνοι εθνικοί
να τους λένε τα πουλάκια
με ανθρώπινη φωνή.

Παρασκευή, 22 Αυγούστου 2008

ΤΟ ΣΑΛΙΓΚΑΡΑΚΙ

Μα τρελάθηκες ολότελα
ή ο Αύγουστος σε μάγεψε;
Βιάσου μάζεψε
τις γιορτινές κεραίες σου
και κράτα μια στιγμούλα
την ανάσα σου ακίνητη στον ίσκιο
ως να περάσουνε τα βήματα
των πεινασμένων τουριστών
Για ένα φυλλαράκι μόνο
από χρυσάνθεμο της γλάστρας
δεν αξίζει μιας ζωής
τα όνειρα να παζαρέψεις

ΤΟ ΦΑΝΤΑΣΜΑ ΤΗΣ ΓΑΤΑΣ

Οι σκιές των δαχτύλων μου
πήγαν κάθησαν πάνω στο σκαμνάκι
πλάθοντας το φάντασμα
της γάτας που γλειφόταν
μια νύχτα πριν της ξαναπάρουν
οι γείτονές μου τη ζωή
Κι η ευγενική τους "καλημέρα"
φόλα για μένα θα 'ναι το πρωί

ΤΟ ΣΠΙΤΟΦΙΔΟ

Στα πολύ παλιά τα σπίτια
κατοικούσε κι ένα φίδι
βαθιά μες στη σκοτεινιά
Μακάριοι όσοι πρόλαβαν
και πήραν την ευχή του

Η ΧΑΡΤΟΠΕΤΣΕΤΑ

Είμαι η αιώνια χαρτοπετσέτα
που σκουπίζεις πάνω μου κι εσύ
τα λάδια απ' τα χείλη σου
κι από τα δάχτυλά σου
Το λαδωμένο σου φιλί εγώ
και το λαδωμένο χάδι σου
θα κουβαλώ αιώνια
στους σκουπιδοτενεκέδες
και τις πυρές του μεσαίωνα
σα μάγισσα που ομολόγησε
τα μάγια της για χάρη σου

Πέμπτη, 21 Αυγούστου 2008

ΓΕΝΙΚΗ ΑΠΟΛΥΤΟΣ

Τα κουνούπια ήταν εδώ
μέσα στο σπίτι
προτού χτιστεί το σπίτι.

Απόντων των κουνουπιών
χάνω τα χρώματα
των θερινών δειλινών.

Ζωγραφίζω τυφλός
την αναπαραγωγή μου
ανάμεσα σε πτώματα
φαρμακωμένων παιδιών.

ΤΑ ΔΕΝΤΡΑ

Αθώα δέντρα αθώα
αθώα τόσο
αθώα 
πώς μπορούν και μένουν
τόσο αθώα τόσο
αθώα
μπροστά στα μάτια μας...

ΑΝΕΠΑΡΚΕΙΑ

Μια ολόκληρη ζωή
δεν φτάνει
για να περιγράψεις
το τυχαίο σχήμα
ενός σύννεφου

Τετάρτη, 20 Αυγούστου 2008

ΗΡΑΚΛΕΙΤΟΣ

Κι όταν έξω έβρεχε
και σάπιζαν τα ξύλα
εγώ το ποίημα έλεγα
στη μεγάλη φωτιά

Δευτέρα, 11 Αυγούστου 2008

ΕΓΚΛΗΜΑ ΕΘΝΙΚΗΣ ΠΡΟΔΟΣΙΑΣ ΣΤΗΝ ΑΥΛΙΔΑ


Ο ΣΥΝΤΕΛΟΥΜΕΝΟΣ ΑΦΑΝΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΑΥΛΙΔΑΣ ΑΠΟΤΕΛΕΙ ΕΝΑ ΝΟΜΙΜΟΠΟΙΗΜΕΝΟ, ΠΛΕΟΝ, ΕΓΚΛΗΜΑ ΚΑΘΟΣΙΩΣΕΩΣ, ΜΕ ΘΥΜΑ ΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΜΝΗΜΗ ΚΑΙ ΤΗΝ ΠΟΛΙΤΙΣΜΙΚΗ ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΑ ΤΟΥ ΕΘΝΟΥΣ ΜΑΣ.
ΜΗΝ ΑΠΟΡΕΙΤΕ ΚΑΘΟΛΟΥ! ΑΝΑΡΩΤΗΘΕΙΤΕ ΜΟΝΟΝ:
ΠΟΙΟΙ ΕΘΕΛΟΤΥΦΛΟΥΝ ΚΑΙ ΣΙΩΠΟΥΝ;
ΤΙ ΣΗΜΑΙΝΕΙ Η ΣΙΩΠΗ, ΑΝ ΟΧΙ ΑΝΟΧΗ,
ΚΑΙ ΠΟΣΟ ΔΙΑΦΕΡΕΙ Η ΑΝΟΧΗ ΑΠΟ ΤΗ ΣΥΝΑΙΝΕΣΗ
Ή Η ΣΥΝΑΙΝΕΣΗ ΑΠΟ ΤΗ ΣΥΝΕΝΟΧΗ;

ΕΝ ΑΥΛΙΔΙ... Η ΤΡΑΓΩΔΙΑ ΤΗΣ ΝΤΡΟΠΗΣ
Αναπροσαρμογή του αφιερώματος που δημοσιεύτηκε στο τεύχος 11 (Μάϊος - Οκτώβριος 2004) της "Παρρησίας". Η "Παρρησία" είναι μαθητικό περιοδικό που εκδίδεται στο Γυμνάσιο Ψαχνών Ευβοίας υπό το συντονισμό του φιλόλογου Δημήτρη Μπαρσάκη. Στην έρευνα και το οδοιπορικό συμμετείχαν οι μαθητές Δημήτρης Αντωνίου, Ιωάννα Αρβανίτη και Μαρία Μάγειρα.


Π Ρ Ο Λ Ο Γ Ο Σ
Στην απέναντι της Εύβοιας βοιωτική ακτή και νότια του Πορθμού του Ευρίπου, βρίσκεται ο δήμος Αυλίδας, έδρα του οποίου είναι η κωμόπολη Βαθύ. Το όνομα του δήμου οφείλεται στην αρχαία Αυλίδα, όπου υπήρχε το φημισμένο Ιερό της Αρτέμιδος. Η Αυλίδα των προϊστορικών και ιστορικών χρόνων τοποθετείται στο βορειοανατολικό τμήμα του δήμου, σε μια έκταση που περιγράφεται από το Μεγάλο Βουνό και τους όρμους του Μικρού και Μεγάλου Βαθέος.
Οι ολιγόχρονες ανασκαφές που πραγματοποιήθηκαν στην περιοχή (1955-1961) έφεραν στο φως πολλά και σημαντικά ευρήματα και υπόσχονταν πολλά περισσότερα. Αλλά, παραδόξως, δεν συνεχίστηκαν. Αντί ανασκαφών, αντί της διάσωσης και ανάδειξης των αρχαιολογικών θησαυρών, η ελληνική Πολιτεία προτίμησε το ξεπούλημα της Ιερής γης σε μεγάλες βιομηχανίες. Έτσι, φτάσαμε στη σημερινή τραγική κατάσταση, η οποία συνιστά ΕΘΝΙΚΟ ΕΓΚΛΗΜΑ.
Οι αρχαιολογικοί χώροι, εγκαταλελειμμένοι και ανυπεράσπιστοι, σταδιακά αφανίζονται, ενώ το περιβάλλον παραμορφώνεται και οι πάσης φύσεως ρύποι δηλητηριάζουν συστηματικά και ανελέητα την ευρύτερη περιοχή γύρω από το Ιερό της Αρτέμιδος.


Π Α Ρ Ο Δ Ο Σ - Ε Π Ε Ι Σ Ο Δ Ι Α - Σ Τ Α Σ Ι Μ Α

Σώστε την Αυλίδα
"Σώστε την Αυλίδα" ήταν το τελευταίο σύνθημα της ζωής του Ι. Θρεψιάδη. Όμως, κανείς δεν τον άκουσε. Η καταστροφή συνεχίσθηκε και θα συνεχισθεί ανεμπόδιστα. Η αδιαφορία των αρμοδίων είναι η μόνη... απάντηση που δόθηκε στην κραυγή του Θρεψιάδη (...). Θα τον ακούσουν άραγε οι συνάδελφοί του σήμερα;
(...) Ο Αρχαιολογικός χώρος βρίσκεται σε πλήρη εγκατάλειψη (...). Ένα συρματόπλεγμα είναι η μόνη προστασία (...). Από εκεί και ύστερα ό,τι πιο εύκολο υπάρχει για τον κάθε περαστικό είναι να πάρει ο,τιδήποτε θελήσει από τα αρχαιολογικά ευρήματα. Η πλάκα μαρμάρινη, τοποθετημένη στο άνοιγμα του συρματοπλέγματος που περιβάλλει το Ναό της Αυλιδείας Αρτέμιδος, λέει στον επισκέπτη: "Μην ανεβαίνετε στους τοίχους". Αυτό είναι όλο κι όλο. Ούτε φύλακας, ούτε περιποίηση. Τέλεια εγκατάλειψη και τα χόρτα φυτρώνουν και καλύπτουν ξανά ό,τι η αρχαιολογική σκαπάνη έφερε πριν από πολλά χρόνια στο φως!
Γ.Π. Κάρακλης ("ΤΑ ΝΕΑ", 1 Ιουνίου 1974)


Η Αυλίδα στην Αρχαία Γραμματεία
Μεγάλοι ποιητές, ιστορικοί και γεωγράφοι του αρχαίου κόσμου μνημόνευσαν και απαθανάτισαν την Αυλίδα στα έργα τους:
Ο Όμηρος (8ος αιών. π.Χ.) στην Ιλιάδα, ονομάζοντας την Αυλίδα "Πετρήεσσα" (Β 496), δηλαδή βραχώδη, περιγράφει τα όσα διαδραματίστηκαν στον ιερό της χώρο κατά τη συγκέντρωση των δυνάμεων των Αχαιών, για να εκστρατεύσουν στην Τροία (Β 305 κ.κ.).
Ο Ησίοδος (8ος αιών. π.Χ.) αναφέρεται στο πέρασμά του από τη γη της Αυλίδας ("Έργα και Ημέραι", στ. 651).
Ο Ευριπίδης (480-406 π.Χ.) έγραψε την τραγωδία "Ιφιγένεια η εν Αυλίδι" και προσδιορίζει την Αυλίδα με το επίθετο "εναλία" (στ. 165), αναφερόμενος και στο εκεί "πολύθυτον άλσος Αρτέμιδος" (στ. 185-6).
Ο Οβίδιος (43 π.Χ. - 18 μ.Χ.) τη χαρακτηρίζει πλούσιο ψαρότοπο (κατά το ομηρικό "ιχθυόεσσα").
Ο Πλίνιος ο Πρεσβύτερος (23-79 μ.Χ.) δεν παρέλειψε να γράψει για την Αυλίδα.
Ο Πλούταρχος (46-127 μ.Χ.), επίσης, αναφέρεται στην Αυλίδα.
Ο Παυσανίας (2ος αιών. μ.Χ.) μαρτυρεί για την Κρήνη που βρισκόταν πλησίον του ναού της Αρτέμιδας, υπό τη σκιά του πλατάνου της προφητείας του Κάλχαντα, πληροφορώντας μάλιστα ότι ένα κομμάτι από τον κορμό του ιερού δέντρου φυλασσόταν εντός του ναού.
Ιστορικές προσωπικότητες της αρχαιότητας έχουν επίσης συνδέσει τη δράση τους με την Αυλίδα: Ο Αγησίλαος (444-360 π.Χ.), ο Πτολεμαίος Α΄ (367-283 π.Χ.), ο Δημήτριος ο Πολιορκητής (337-282 π.Χ.), ο Αντίοχος Γ΄ ο Μέγας (τέλη 1ου και αρχές 2ου αιώνα π.Χ.), ο Αιμίλιος Παύλος (2ος αιών. π.Χ.) και άλλοι.


Η Αυλίδα και η τρωική εκστρατεία
Πρώτη συγκέντρωση του στρατού στην Αυλίδα - Το προφητικό "σημάδι".
Όταν ο στρατός των Αχαιών συγκεντρώθηκε στην Αυλίδα της Βοιωτίας απέναντι στη Χαλκίδα κάπου δυο χρόνια ύστερα από την απαγωγή της Ελένης, το πρώτο που σκέφτηκε ήταν να προσφέρει πλούσιες θυσίες στους θεούς. Την ώρα όμως που μαζεμένοι όλοι δίπλα σε μια δροσερή πηγή κάτω από έναν μεγάλο πλάτανο έσφαζαν τα θύματα, ένα φοβερό φίδι με ράχη κατακόκκινη πετάχτηκε από τη βάση του βωμού, σύρθηκε ως τον πλάτανο, ανέβηκε σ' ένα ψηλό κλαδί του, όπου βρισκόταν μια φωλιά με οκτώ νεογέννητα σπουργιτάκια, και άρχισε να τα τρώει το ένα μετά το άλλο. Την ώρα που εκείνα τσίριζαν, η μητέρα τους φτερούγιζε κλαίγοντας ολόγυρά τους, ως την ώρα που το φίδι λυγώντας την άρπαξε από την φτερούγα και την έφαγε τελευταία και αυτήν. Αμέσως ύστερα το φίδι πέτρωσε, και οι Αχαιοί έμειναν ασάλευτοι από τον τρόμο, γιατί κατάλαβαν πως ό,τι είχαν δει, ήταν σημάδι σταλμένο από τον Δία. Τότε πήρε το λόγο ο Κάλχας, ο σοφός μάντης του στρατού, και εξήγησε: "Το σημάδι αυτό δε θα βγει αμέσως, αλλά πολύ αργότερα, η φήμη του όμως θα μείνει αθάνατη. Τα οκτώ σπουργίτια, και η μητέρα τους εννιά, που φαγώθηκαν από το φίδι, είναι τα εννέα χρόνια που θα χρειαστεί να πολεμήσουμε για να πάρουμε την Τροία. Μη φοβάστε όμως: στα δέκα το πλούσιο κάστρο θα γίνει δικό μας".
Ύστερα από τις θυσίες τα καράβια των Αχαιών ξεκίνησα για την τρωική γη. Καθώς όμως δεν είχαν οδηγό που να ξέρει τα μέρη, άραξαν κατά λάθος πιο κάτω από την Τρωάδα, στη Μυσία (Τευθρανία), και, νομίζοντας πως εκεί βρισκόταν η πατρίδα του Πάρη, αποβιβάστηκαν και άρχισαν να λεηλατούν τη χώρα [...].
Στο γυρισμό τους έπιασε δυνατή κακοκαιρία, που τους σκόρπισε τα πλοία, κι έτσι γύρισαν ταλαιπωρημένοι καθένας στην πατρίδα του. Ύστερα από την περιπέτεια αυτή, χρειάστηκαν οκτώ ολόκληρα χρόνια για να μπορέσουν πάλι να συγκεντρωθούν [...].

Δεύτερη συγκέντρωση στην Αυλίδα - Η θυσία της Ιφιγένειας.
Ο αχαϊκός στρατός, τώρα που ήξερε από τον Τήλεφο την τοποθεσία της Τροίας, μαζεύτηκε πάλι στην Αυλίδα. Μια μέρα, όσο ακόμα βαστούσαν οι ετοιμασίες της εκστρατείας, ο Αγαμέμνονας βγήκε στο κυνήγι. Ξαφνικά πετάχτηκε μπροστά του ένα ελάφι εξαιρετικά όμορφο. Ο βασιλιάς, χωρίς να το ξέρει, είχε μπει σ' ένα άλσος αφιερωμένο στην Αρτεμη, κοντά στο ναό που της είχαν ιδρύσει οι κάτοικοι της Αυλίδας. Ανυποψίαστος όπως ήταν, σκότωσε το ιερό ζώο και καυχήθηκε κι από πάνω πως ούτε η Αρτεμη δεν θα σημάδευε τόσο καλά. Θυμωμένη η θεά έκοψε τους ανέμους όλους, ώστε ο στόλος των Αχαιών να μην μπορεί να ανοίξει πανιά για την Τροία.
Όταν η άπνοια δεν έλεγε να πάρει τέλος και ο στρατός άρχισε να αδημονεί, οι αρχηγοί αναγκάστηκαν να καταφύγουν στο μάντη Κάλχα, και αυτός, ύστερα από μεγάλους δισταγμούς, εξήγησε πως το ξεκίνημα του στόλου ήταν αδύνατο αν ο θυμός της Αρτεμης δεν εξιλεωνόταν με τη θυσία της Ιφιγένειας -της πιο όμορφης κόρης του Αγαμέμνονα- στο βωμό της.
Η θέση του Αγαμέμνονα ήταν πολύ δύσκολη το δίχως άλλο προτιμούσε χίλιες φορές, παρά να θυσιάσει την κόρη του, να μείνει ανεκδίκητη η αρπαγή της γυναίκας του αδελφού του, και να του λείπει η δόξα του αρχιστράτηγου ο Μενέλαος όμως ήθελε να πάρει πίσω την Ελένη και από πάνω είχε με το μέρος του ολόκληρο το στρατό που ανυπομονούσε να δράσει. Και αν όμως ο αρχιστράτηγος κάτω από το ζυγό της ανάγκης έπαιρνε τη φοβερή απόφαση, με ποιον τρόπο θα κατόρθωνε να δικαιολογήσει την πρόσκληση της κόρης του στην Αυλίδα μέσα σε τόσους άντρες, χωρίς να φανερώσει ως την τελευταία στιγμή τα σχέδιά του ούτε στην ίδια ούτε στη μητέρα της;
Στο τέλος, ύστερα από υπόδειξη, φαίνεται, του Οδυσσέα, έκρινε σκόπιμο να μεταχειριστεί δόλο: μήνυσε στη γυναίκα του να έρθει γρήγορα με την κόρη τους στην Αυλίδα, γιατί ο Αχιλλέας απαιτούσε, τάχα, πριν ξεκινήσουν για την Τροία, να την παντρευτεί και έπειτα να τη στείλει στη Φθία για να περιμένει το γυρισμό του από τον πόλεμο [...].
Όλα είναι έτοιμα για τη θυσία. Η Ιφιγένεια προχωρεί μόνη της και παίρνει θέση κοντά στο βωμό, και ο Κάλχας υψώνει το μαχαίρι. Όλοι αποστρέφουν το πρόσωπό τους για να μην παρακολουθήσουν με τα μάτια τους τη φοβερή σκηνή της σφαγής^ όταν όμως ακούν το χτύπημα του μαχαιριού και γυρίζουν να δουν, αντί για την κόρη βλέπουν ένα μεγάλο και ωραίο ελάφι να σπαρταρά στο χώμα και να ραντίζει με το αίμα του το βωμό. Χαρούμενος ο μάντης εξηγεί το θαύμα από την επιθυμία της Αρτεμης να μη μιάνει το βωμό της με αίμα ανθρώπινο και μάλιστα βασιλοπούλας. Τώρα πια δεν υπάρχει λόγος να καθυστερούν τα καράβια τους ούτε για μία μέρα. Από την ώρα εκείνη η Θεά θα τους έστελνε ούριο άνεμο [...].
Ι.Θ. Κακριδής: "Ελληνική Μυθολογία" (τόμος 5, σελ. 25, 27-29), Εκδοτική Αθηνών, 1986.


Ο Θρεψιάδης και η Αυλίδα
Ο ναός της Αυλιδείας Αρτέμιδος και τα νοτίως αυτού θεμέλια δύο κτηριακών συγκροτημάτων (Ξενώνος και Εργαστηρίων) ήρθαν στο φως χάρη στις ανασκαφές του Ιωάννη Θρεψιάδη, έφορου της Γ΄ Αρχαιολογικής περιφέρειας, κατά τα έτη 1956-1961.
Δυστυχώς, ο αείμνηστος αρχαιολόγος έφυγε απ' τη ζωή το 1962 και έκτοτε η αρχαιολογική σκαπάνη λησμόνησε την Αυλίδα, προς μεγάλη ανακούφιση των βιομηχανικών συμφερόντων.
Κατά τα τελευταία χρόνια της ζωής του, ο Θρεψιάδης, παράλληλα με το ανασκαφικό του έργο, έδωσε σθεναρό αγώνα, για να προστατεύσει και τις αρχαιότητες και το φυσικό περιβάλλον της περιοχής από τον καταστροφικό επεκτατισμό της Εταιρείας Τσιμέντων.
Εκτός από τους χώρους που ανέσκαψε, ερεύνησε τη μυκηναϊκή ακρόπολη της Αυλίδας στο ανατολικά του ναού βραχώδες ύψωμα ("Νησί"), ενώ σε όλη την έκταση μεταξύ του ναού και του υψώματος βεβαίωσε την ύπαρξη πλούτου αρχαίων λειψάνων. Διαπίστωσε, επίσης, ότι η δυτικά του ναού περιοχή είναι κατάσπαρτη από αρχαία ερείπια, ως τις καταφαγωμένες από τη λατόμηση πλαγιές του Μεγάλου Βουνού, στην κορυφή του οποίου βρίσκονται τα ερείπια της ακρόπολης της Αυλίδας των Ιστορικών χρόνων.
Κι έγραφε τότε, εναγωνίως, για να τον ακούσουν οι αρμόδιοι, σ' ένα λόγο του που επρόκειτο, αλλά δεν πρόλαβε (λόγω του μοιραίου), να εκφωνήσει κατά τα εγκαίναι του νέου Αρχαιολογικού Μουσείου Θηβών, το Σεπτέμβρη του 1962:
"[...] Θα πρέπει να καταβάλετε πάσαν προσπάθειαν να σωθεί από την αδηφαγίαν και αδιαφορίαν προς κάθε καλλιτεχνικόν θησαυρόν του Εργοστασίου Τσιμέντων Χαλκίδος το προς δυσμάς των ανασκαφών υψούμενον Μεγάλο Βουνό, η ανατολική κλιτύς του οποίου είναι κατάσπαρτος από αρχαία ερείπια, την δε γραφική πευκόφυτον κορυφήν του στεφανώνει θαυμασίως διατηρούμενος αρχαίος περίβολος του 4ου π.Χ. αιώνος με τας πύλας του, οι οποίαι σώζουν ακόμη και τας τετραγώνους οπάς, εντός των οποίων απεσύροντο αι δοκοί, αι χρησιμεύουσαι ως μοχλοί θυρών. Ο περίβολος αυτός είναι η ακρόπολις της Αυλίδος των ιστορικών χρόνων, η οποία πρέπει οπωσδήποτε να ερευνηθεί -εις το κέντρον της υπάρχει βαθεία τετράγωνος κοιλότης αγνώστου προορισμού, πιθανόν δεξαμενή ύδατος- και η οποία κινδυνεύει ήδη, διότι η Εταιρεία Τσιμέντων Χαλκίδος, αφού κατέφαγε τελείως την απόκρημνον όχθην του όρμου Μικρού Βαθέος, καταστρέψασα ανεπανορθώτως την μαγευτικήν γραφικότητα του τοπίου και εξαφανίσασα ολόκληρον το επί του υψώματος μυκηναϊκόν νεκροταφείον με τα πολύτιμα κτερίσματά του, ελάχιστα μόνον των οποίων κατορθώσαμεν να περισώσομεν, ήδη ετοιμάζεται να αρχίσει την λατόμησιν και της ακροπόλεως των ιστορικών χρόνων [...]".
Από τα κτερίσματα του μυκηναϊκού νεκροταφείου, πρόλαβε να περισώσει ο Θρεψιάδης 3 ξίφη και λίγα αγγεία, τα οποία φυλάσσονται στο Μουσείο Χαλκίδας. Τα ευρήματα των ανασκαφών του στο χώρο του ναού (αγάλματα, ειδώλια, αμφορείς, κιονόκρανα κ.ά.) στεγάζονται σε ειδική αίθουσα του Μουσείου Θηβών.
Μετά τον Θρεψιάδη, μερικοί Έλληνες και ξένοι αρχαιολόγοι, επισημαίνοντας τη μεγάλη αρχαιολογική σπουδαιότητα της περιοχής, ζήτησαν τη συνέχιση των ανασκαφών, αλλά... αγνοήθηκαν! Ήταν τραγική η αδιαφορία της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας και ολέθρια η επέλαση των βιομηχανιών.



Η άλωση της Αυλίδας
Οι βιομηχανικές μονάδες έχουν πλέον καταλάβει όλο τον κόλπο της Αυλίδας, από το "Στενό" μέχρι το "Μεγάλο Βαθύ", αφού ξεπουλήθηκαν εκτάσεις που ήδη είχαν χαρακτηρισθεί αρχαιολογικές και τουριστικές. Και συνεχώς επεκτείνονταν, μέχρι που έφραξαν κάθε πρόσβαση προς τη θάλασσα, η οποία μάλιστα σε αρκετά σημεία επιχωματώθηκε. Οι αρχαιολογικοί χώροι έγιναν ιδιωτική βιομηχανική περιοχή! Όλος ο τόπος μια περιφραγμένη βιομηχανική ζώνη, που καταστρέφει αρχαιότητες, αλλοιώνει και ρυπαίνει ανελέητα το περιβάλλον. Κι όμως, οι βιομηχανίες αυτές έλαβαν άδειες από το κράτος και εγκαταστάθηκαν "νόμιμα" στην Αυλίδα, με τις ευλογίες του Υπουργείου Πολιτισμού και του ΕΟΤ!
- Τα ΤΣΙΜΕΝΤΑ ΧΑΛΚΙΔΟΣ Ο.Ε. εγκαταστάθηκαν στη θέση "Στενό" (στο βόρειο άκρο του κόλπου) το 1929. Από το 1962 και μετά άρχισε η ταχύτατη επέκτασή τους και στα γύρω βουνά, κατατρώγοντάς τα.
- Τα ΝΑΥΠΗΓΕΙΑ ΧΑΛΚΙΔΟΣ ΕΠΕ εγκαταστάθηκαν το 1971 σε μια τεράστια έκταση νοτίως της τσιμεντοβιομηχανίας. Αξιοσημείωτο είναι ότι το 1970 η ευρύτερη περιοχή είχε χαρακτηριστεί αρχαιολογικός χώρος με υπουργική απόφαση.
- Η INTERCHEM HELLAS (Χημική Βιομηχανία παραγωγής πρώτων υλών για χρώματα) εγκαταστάθηκε το 1968 δίπλα ακριβώς στα Ναυπηγεία, στο νότιο άκρο του κόλπου.
- Η HOECHST HELLAS εγκαταστάθηκε το 1968 δυτικά των Ναυπηγείων και της Interchem και είναι επίσης χημική βιομηχανία. Το 1974 έκανε απόπειρες να "βγει" κι αυτή στη θάλασσα, αλλά δεν βρήκε διοδο, ο χώρος εξαντλήθηκε οριστικά...


Οδοιπορικό και αυτοψία
Το σοκ της υποδοχής: Δύο πινακίδες που η συνύπαρξή τους ανατρέπει τη λογική. Η πρώτη απαγορεύει την είσοδο στους "μη έχοντας εργασία" και η δεύτερη τους ενημερώνει ότι στην απαγορευμένη "ιδιωτική περιοχή" θα συναντήσουν το "Ναό της Αυλιδείας Αρτέμιδος". Για την αποκατάσταση της λογικής, θα έπρεπε η μία να αφαιρεθεί. Ποια όμως και από ποιον; Τι να λένε άραγε επ' αυτού οι αρμόδιοι, η Εφορεία Αρχαιοτήτων, η Νομαρχία Εύβοιας, ο Δήμος Αυλίδας, το Υπουργείο Πολιτισμού και, βεβαίως, το Τσιμεντάδικο;

Πήραμε το δρόμο από το Μεγάλο Βαθύ ως το "Στενό", το Μικρό Βαθύ. Πορευτήκαμε ανάμεσα σε συρματοπλέγματα και ήταν έντονη η αίσθηση ότι είμαστε ανεπιθύμητοι ξένοι σ' αυτή τη γη...
Το Τσιμεντάδικο, σαν φοβερό τέρας, μας παρακολουθούσε απειλητικά, όπου κι αν βρισκόμασταν...

Ανατολικά του Ναού της Αρτέμιδας ο ορεινός όγκος "Νησί" (υψομ. 70), όπου και η προϊστορική ακρόπολη της Αυλίδας. Μεταξύ Ναού και "Νησιού" οι αρχαιολόγοι τοποθετούν την αρχαία πόλη της Αυλίδας, η οποία δεν έχει ανασκαφεί. Σ' αυτό ακριβώς το σημείο φύτρωσαν νεόκτιστες οικοδομές, ενώ γύρω από τις οικοδομές ο χώρος είναι περιφραγμένος και μερικές ταμπελίτσες γράφουν "αρχαιολογικός χώρος"! Με άλλα λόγια οι οικοδομές δεν βρίσκονται εντός του αρχαιολογικού χώρου. Απλώς, ο αρχαιολογικός χώρος έτυχε να βρίσκεται γύρω από αυτές!

Ανεβαίνοντας στο "Νησί", σαστίσαμε και αναρωτηθήκαμε ποιος παλαβός ήρθε κι έριξε τσιμέντο πάνω σ' όλα τα βράχια. Αντιληφθήκαμε αργότερα ότι οι μεγάλες ποσότητες τσιμεντόσκονης από το εργοστάσιο, ταξιδεύοντας προς κάθε κατεύθυνση, απλώς επικάθονται στα βράχια και λόγω της υγρασίας στερεοποιούνται. Δεν θελήσαμε να φανταστούμε τι γίνεται στους πνεύμονες των παροικούντων.

Ο χώρος όπου έγιναν οι ανασκαφές (1956-61) παραμένει περιφραγμένος. Ψυχή δεν πέρασε όσο ήμασταν εκεί, να ρωτήσουμε έστω πώς μπορεί κάποιος να πάει στο ναό της Αρτέμιδας. Φέρναμε γύρω από το συρματόπλεγμα και κάθε τόσο ακούγαμε σειρήνες και μια μάινα να κρώζει από το μπαλκόνι ενός σύγχρονου "αρχαιολογικού" σπιτιού. Στα βόρεια του χώρου, σε απόσταση λίγων δεκάδων μέτρων από το ναό, είναι χτισμένα κι άλλα σπίτια και τα παρκαρισμένα αυτοκίνητα απ' έξω ανήκουν σε εταιρεία... security!

Τελικά, στα βορειοδυτικά του φυλακισμένου χώρου, βρήκαμε μια ανεπίσημη αλλά άνετη είσοδο. Το συρματόπλεγμα είναι κομμένο εδώ και πολλά χρόνια, αν κρίνουμε από την ποσότητα της σκουριάς στο σημείο της τομής του. Αναρωτηθήκαμε τι νόημα έχει η περίφραξη, όταν ο καθένας μπορεί από εκείνο το ευρύχωρο άνοιγμα να περάσει ανενόχλητος και να κάνει ή να πάρει ό,τι θέλει. Αναρωτηθήκαμε ακόμη πόση πολυτέλεια θα ήταν η ύπαρξη ενός φύλακα, όχι μόνο για να φυλάει, αλλά και για να ανοίγει στους επισκέπτες, σ' όσους τουλάχιστον μυρίστηκαν την ύπαρξη της αρχαίας Αυλίδας και τόλμησαν να αψηφήσουν την απαγορευτική πινακίδα του Τσιμεντάδικου, για να φτάσουν ως εκεί.

Βρήκαμε το ναό της Αρτέμιδας καθαρό - συμβαίνει αυτό κατά περιόδους. Νιώθοντας την ιερότητα του χώρου, ταξιδέψαμε πολύ πίσω στο χρόνο, ως την Ιφιγένεια... Περάσαμε από τον πρόδομο στο σηκό και στο άδυτο, αγγίξαμε τα μαρμάρινα και πέτρινα λείψανα και στοχαστήκαμε ώρα, χωρίς να μιλούμε... Όμως, κάθε τόσο και λιγάκι, μας τρόμαζαν οι σειρήνες από το εργοτάξιο του Τσιμεντάδικου στο Μεγάλο Βουνό...


Αφήσαμε το ναό και προχωρήσαμε στον υπόλοιπο ανεσκαμμένο χώρο, εκεί που βρισκόταν ο Ξενών ή Καταγώγιον, ένα μεγάλο κτήριο, όπου διέμεναν οι επισκέπτες - προσκυνητές κατά την αρχαιότητα. Από τότε που πέθανε ο Θρεψιάδης (1962), το αρχαιολογικό έργο έμεινε στάσιμο.

Συναντήσαμε και μια πινακίδα της αρχαιολογικής υπηρεσίας, στην οποία υπάρχει ολόκληρο κείμενο για την ιστορία του ναού της Αρτέμιδος, μόνο που πρέπει να πας πολύ κοντά για να διακρίνεις τα γράμματα. Μα, για να πας κοντά, πρέπει να μπεις μέσα στην περίφραξη. Πώς; Από την τρύπα στη σίτα; Βρίσκεται καμιά εικοσαριά μέτρα νότια του ναού και κάπου 3 μέτρα μέσα από το συρματόπλεγμα, που απλώνεται κατά μήκος του δρόμου. Ποιος είχε την ιδέα να μπει η πινακίδα σ' αυτή τη θέση; Αφού έτσι κι αλλιώς είναι πάντα κλειστός ο χώρος, γιατί να μην είναι πιο κοντά στο ναό και πιο κοντά στο συρματόπλεγμα, δίνοντας τη δυνατότητα στον κατά σύμπτωση επισκέπτη να τη δει και να τη διαβάσει από την άκρη του δρόμου; Ψιλά γράμματα αυτά...

Νότια του ναού βρίσκονται δύο κτήρια που ήταν εργαστήρια κεραμεικής (αγγειοπλαστικής και κηροπλαστικής). Εντελώς παραμελημένος αυτός ο χώρος, όπου είχαν γίνει ανασκαφές από τον Ι. Θρεψιάδη. Τα ερείπια έχουν καλυφθεί από "αρχαία" χόρτα και βυθιζόμασταν στους μικρότερους ή μεγαλύτερους λάκκους. Ευτυχώς που δεν πέσαμε στο πηγάδι που μάθαμε εκ των υστέρων ότι υπάρχει εκεί κι έχει ανασκαφεί σε βάθος 4,5 μέτρων.

Συνωστισμός στο Μεγάλο Βαθύ. Τα Ναυπηγεία και η Interchem συγκόλλησαν τις επικράτειές τους. Η παραλία φραγμένη απ' άκρη σ' άκρη, δεν υπάρχει ελεύθερη πρόσβαση σ' όλο τον κόλπο. Και δεν έφτανε αυτό, επιχωματώνουν και τη θάλασσα. Οι ρύποι, ευλόγως, πνίγουν τον τόπο... Ασφυξία!

Καταφαγωμένο και παραμορφωμένο το Μεγάλο Βουνό, απ' όπου το Τσιμεντάδικο αντλεί την πρώτη ύλη (ασβεστόλιθο) για την κατασκευή τσιμέντου. Το περίεργο είναι ότι προτιμάται αυτό το βουνό με τα αρχαία λείψανα, ενώ υπάρχουν πιο πέρα αρκετά βουνά χωρίς αρχαιολογικό ενδιαφέρον.

Θλιμμένη πορεία στο Μικρό Βαθύ. Όλα σκεπασμένα από τσιμεντόσκονη και μόνο λίγο χορταράκι αντιστέκεται προσωρινά, χωρίς ελπίδα. Μια ταμπέλα προειδοποιεί για τους κινδύνους από την επαφή με το νερό της θάλασσας. Ένας καμπινές, διατηρητέο μνημείο της εταιρείας, ίσως σύμβολο πλέον, με αποδέκτη τη θάλασσα της Αυλίδας, εκεί που είχε αγκυροβολήσει ο ένδοξος στόλος των Παναχαιών...

Βιαστικό το τρένο, περνά δίπλα από το ναό της Αρτέμιδας στο πυκνό καθημερινό του δρομολόγιο Αθήνας - Χαλκίδας, σφυρίζοντας εφιαλτικά... "Σταμάτα τρένο, μην προχωράς, εγώ πεθαίνω κι εσύ σφυράς", έλεγε ένα παλιό λαϊκό τραγούδι... και πόσο ταιριάζει της Αυλίδας!



Η στάση της Εφορείας Αρχαιοτήτων Ευβοίας
Επικοινωνήσαμε τηλεφωνικά, μετά από αρκετές προσπάθειες, με την Έφορο Αρχαιοτήτων, κ. Αμαλία Καραπασχαλίδου, ελπίζοντας σε μια έγκυρη και υπεύθυνη ενημέρωση σχετικά με την κατάσταση των αρχαιολογικών χώρων της Αυλίδας.
Στην πρώτη μας γενική ερώτηση, η κ. Καραπασχαλίδου απάντησε με την εξής αφοπλιστική ερώτηση:
"Γιατί ασχολείστε με την Αυλίδα; Δεν υπάρχει κάτι άλλο πιο κοντά σας;". Μας χαρακτήρισε προκαταβολικά σκληρούς δημοσιογράφους και θεώρησε ότι επικρίνουμε το έργο της και ότι την ελέγχουμε, πριν καν προλάβουμε να θέσουμε κάποια ουσιαστικά ερωτήματα...
Δηλώνοντας ότι δεν μπορεί να στραφεί εναντίον της Υπηρεσίας της, υποστήριξε ότι δεν έχουν τη βοήθεια κανενός, ότι κάποιοι τους πολεμούν μα δεν ξέρουν ποιοι, κι ότι ωστόσο υπάρχει φροντίδα για τον αρχαιολογικό χώρο, δηλαδή ότι έχουν τοποθετηθεί πινακίδες!
Σ' αυτό το σημείο παρατηρήσαμε ότι οι πινακίδες δεν εξυπηρετούν κανένα σκοπό, αφού δεν είναι ικανές (λόγω της θέσης τους) να κατευθύνουν τον επισκέπτη προς τον αρχαιολογικό χώρο. Αναφέραμε μάλιστα την περίπτωση όπου η μικρή πινακίδα με την επιγραφή "Ναός Αυλιδείας Αρτέμιδας" βρίσκεται πίσω από μια μεγάλη πινακίδα του Τσιμεντάδικου, η οποία απαγορεύει τη διέλευση στους μη έχοντες εργασία! Η κ. Καραπασχαλίδου απάντησε ότι αυτό δεν είναι δική της δικαιοδοσία κι ευθύνη, συμπληρώνοντας ότι κάποιο άγνωστο χέρι τοποθετεί τις πινακίδες τους αλλού κι ότι η ίδια δεν μπορεί να μιλήσει για λογαριασμό της Εταιρείας Τσιμέντων! Κάτι τέτοιο, βέβαια, δεν το ζητήσαμε. Ως Προϊσταμένη της ΙΑ΄ΕΠΚΑ θα θέλαμε να μας μιλήσει η κ. Καραπασχαλίδου.

Έτσι, η σύντομη τηλεφωνική συνομιλία, μεταξύ του μαθητή Δημήτρη Αντωνίου και της Προϊσταμένης της Εφορείας Αρχαιοτήτων Ευβοίας... έκλεισε απότομα ως εξής:

Μαθητής: Υπάρχουν κάποια προβλήματα στην Αυλίδα;
Προϊσταμένη: Τι είδους προβλήματα εννοείς; Δεν καταλαβαίνω...
Μαθητής: Εκεί, στην περιοχή...
Προϊσταμένη: Κοίταξε να δεις... για άλλου είδους προβλήματα μη με ρωτάς... για περιβαλλοντικά και τέτοια. Ρώτησε άλλους, δεν είμαι εγώ, δεν ανήκουμε σε περιβαλλοντικό...
Μαθητής: Όταν πήγαμε εκεί...
Προϊσταμένη: Εμείς έχουμε να κάνουμε με τις αρχαιότητες. Θα σου πω μόνο αυτό και θα κλείσω, διότι έχω πάρα πολλή δουλειά. Έχουμε αναθέσει και υποβάλαμε στο Υπουργείο Πολιτισμού μελέτη ενοποίησης και ανάδειξης του αρχαιολογικού χώρου της Αυλίδας και περιμένουμε να εγκριθεί από...
Μαθητής: Πότε;
Προϊσταμένη: Είναι δυο χρόνια τώρα... Να εγκριθεί από το Κεντρικό Αρχαιολογικό Συμβούλιο, διότι αν δεν εγκριθεί και μετά να εξευρεθεί χρηματοδότηση, εμείς δεν μπορούμε να προχωρήσουμε, πρέπει να έχουμε την έγκριση...
Μαθητής: Πώς θα αναδειχθεί;
Προϊσταμένη: Καλά, τώρα, δε θα σου πω αυτή τη στιγμή, να σου αναλύσω τη μελέτη. Η μελέτη έχει σταλεί στο Υπουργείο. Θα σου αναλύσω τώρα τη μελέτη πώς θα γίνει;
Μαθητής: Δυο λόγια μόνο...
Προϊσταμένη: Ε, δεν μπορώ να σου πω αυτή τη στιγμή, να σου αναλύσω ολόκληρη μελέτη...
Μαθητής: Όταν πήγαμε εκεί, βρήκαμε μια εικόνα μερικής (!) εγκατάλειψης, δεν υπήρχε φύλακας...
Προϊσταμένη: Μη μου λες ότι είναι εγκατάλειψη. Τη στιγμή που συνταξιοδοτήθηκε ο φύλακας, τι θέλεις να κάνω; Θα πάω να στηθώ εγώ;
Μαθητής: Και δεν μπορούμε να βρούμε κάποιον άλλο φύλακα;
Προϊσταμένη: Όχι, δεν μπορούμε! Νομίζεις ότι έτσι εύκολο είναι; Αυτά εγκρίνονται από το Υπουργείο Πολιτισμού. Ο φύλακας έχει συνταξιοδοτηθεί εδώ και 7-8 χρόνια. Έχει ζητηθεί αλλά δεν έχει αντικατασταθεί. Ποιον θα στείλω;
Μαθητής: Τι ενέργειες κάνατε γι' αυτό;
Προϊσταμένη: Λοιπόν, κοίταξε να δεις... επειδή αυτή τη στιγμή αισθάνομαι ότι είσαι ένας αυστηρός κριτής, έλα στην ηλικία μου, τράβηξε ό,τι έχω τραβήξει και δώσε τις μάχες που έχω δώσει εγώ, και μετά έλα να συζητήσουμε... έτσι αγόρι μου;
Μαθητής: Για τη λατόμηση του Μεγάλου Βουνού...
Προϊσταμένη: Σε αφήνω, σε αφήνω...
Μαθητής: Για τη λατόμηση του Μεγάλου Βουνού έχετε να μας πείτε κάτι;
Προϊσταμένη: Όχι, όχι! Τελειώνω, κλείνουμε. Εντάξει; Γεια χαρά!
Μαθητής: !!!

Τελευταίες Εξελιξεις!
Κάτι έχουμε ακούσει για την άρνηση του Κεντρικού Αρχαιολογικού Συμβουλίου, πριν δυόμισι χρόνια, να επιτρέψει τη συνέχιση της λατόμησης του Μεγάλου Βουνού στο Τσιμεντάδικο. Αλλά πριν από μερικούς μήνες δόθηκε και πάλι η άδεια. Πώς έγινε; Ποιοι συνηγόρησαν;


Ε Ξ Ο Δ Ο Σ

Αντί επιλόγου, οι στίχοι από την τραγωδία του Ευριπίδη "Ιφιγένεια η εν Αυλίδι"
(Σταχυολόγηση και μετάφραση από τον Δημήτρη Μπαρσάκη)

Έμολον αμφί παρακτίαν
ψάμαθον Αυλίδος εναλίας (στ. 164 - 165)
Πολύθυτον δε δι' άλσος Αρ -
τέμιδος ήλυθον ορομένα (στ. 185 - 186)
Πού το τας Αιδούς
ή το τας Αρετάς έχει
σθένειν τι πρόσωπον,
οπότε το μεν άσεπτον έχει
δύνασιν, α δ' Αρετά κατόπι -
σθεν θνατοίς αμελείται,
Ανομία δε νόμων κρατεί (στ. 1089 - 1095)
Φευ,
τίν' αν λάβοιμι των εμών αρχήν κακών; (στ. 1123 - 1124)
Δάκρυα παρέξω, ταύτα γαρ δυναίμεθ' αν (στ. 1215)
________________
Στο ακρογιάλι τ' αμμουδένιο έφτασα
της θαλασσόβρεχτης Αυλίδας (στ. 164 - 165)
Από της Άρτεμης το άλσος πέρασα,
όπου αμέτρητες προσφέρονται θυσίες (στ. 185 - 186)
Πού να 'ναι η Ντροπή
και πού η Αρετή
να 'ναι κρυμμένη,
αφού δεσπόζει πλέον η ασέβεια,
καθώς οι άνθρωποι
την Αρετή δε λογαριάζουν
κι η Ανομία κάθε νόμο καταργεί (στ. 1089 - 1095)
Αλίμονο,
των συμφορών μου πού να ψάξω την αρχή; (στ. 1123 - 1124)
Να κλάψω θέλω, μόνο τούτο μ' απομένει! (στ. 1215)

Τρίτη, 29 Ιουλίου 2008

Η ΠΟΙΗΣΗ ΣΤΟ... ΣΧΟΛΕΙΟ

Κατέβηκε κάποτε η Μούσα από τα Ουράνια στη Γη και τράβηξε ίσα για το σχολειό, να ρωτήσει πώς τα πάει η αγαπημένη της κορούλα, η Ποίηση. Τι το 'θελε το 'ρώτημα η άμοιρη; Κρίμα, της είπαν, έμεινε από απουσίες η κόρη σου. Απαρηγόρητη η Μούσα, πήρε τους μεγάλους δρόμους και επισκέφτηκε πολλούς σοφούς Επιστήμονες και Ειδικούς, αναζητώντας μιαν εξήγηση. Όμως αυτοί μιλούσαν ξένη γλώσσα, άγνωστη στη Μούσα. Έτσι, άφησε πίσω της την πολύβουη πολιτεία και βγήκε έξω, στα καμένα βουνά και τα ερημωμένα χωριά. Συνάντησε εκεί τους λιγοστούς γέροντες χωρικούς, ανθρώπους ταπεινούς και σιωπηλούς, που πότε-πότε μόνο καμιά παροιμία ψιθύριζαν. Τους έλεγε τον πόνο της και άκουγαν. Ήξεραν ν' ακούνε. Ύστερα, αφού κουνούσαν πολλές φορές το κεφάλι, της απαντούσαν με μια παροιμία. Με την ίδια ακριβώς παροιμία της απαντούσαν όλοι: «Τι γυρεύει η αλεπού στα γουναράδικα;». Ρητορική η ερώτηση της παροιμίας, και η εξήγηση του Νικολάου Πολίτη δεν αφήνει, βεβαίως, περιθώρια για παρερμηνείες: «Η αλώπηξ αποφεύγει να πλησιάσει εκείνους των οποίων κύριον έργον είναι η κατεργασία του δέρματός της».
(Δ.Μ.)

Το αφιερώνω στην εκπαιδευτική κοινότητα, γενικώς...

Σάββατο, 26 Ιουλίου 2008

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΡΙΚΑΚΗΣ (9)

ΟΙ ΦΙΛΟΙ ΚΑΙ ΟΙ ΘΥΜΗΣΕΣ.

Με τον Μικέ στην Κρύα Βρύση
Μέσα στην καρδιά του την είχε την Κρύα Βρύση ο Ρικάκης. Έρωτας μεγάλος! Αυτή η γλυκιά αιγαιοπελαγίτικη παραλία της Κηρίνθου τον είχε μαγεμένο, τον γέμιζε ενέργεια, πάθος για ζωή, για επικοινωνία, για δημιουργία. Εκεί τον έβρισκαν τόσοι φίλοι του, ντόπιοι και μή, και στήνονταν γύρω του συμπόσια που θα μείνουν σ' όλους αλησμόνητα. Σύχναζε περισσότερο στην ταβέρνα του Αλεξανδρή (Σοφού), αρκετές φορές και στης Χρυσούλας, αλλά και στην ταβέρνα της Φώταινας, που είναι στην άλλη άκρη της παραλίας.


Στο γραφικό ταβερνάκι της Φώταινας, εκεί κάτω από το καλαμένιο κιόσκι, λίγα μονάχα μέτρα από το κύμα και πολλούς αιώνες μακριά από τη θορυβώδη και ψυχρή αισθητική του σύγχρονου πολιτισμού, συναντιόταν ο Ρικάκης με τον αγαπημένο του φίλο Μικέ Κουτούζη και τη σύζυγό του Κορίνα, που από τότε που τον γνώρισαν, αρχές της δεκαετίας του '90, είχαν έναν επιπλέον και πολύ σπουδαίο λόγο να περνάνε τους μήνες του καλοκαιριού, αλλά και διαστήματα άλλων εποχών του χρόνου, στην Κρύα Βρύση. Τον λάτρευαν πραγματικά, μα κι ο Ρικάκης είχα δει πόσο χαιρόταν να είναι μαζί τους κάθε φορά, είτε στης Φώταινας τα μεσημεράκια, είτε στο εξοχικό τους από νωρίς το βράδυ μέχρι και πολύ αργά, ώρες ατέλειωτες, γεμάτες καλή καρδιά και ανεξάντλητο χιούμορ.



Οι αναμνήσεις του Αντώνη Λάμπρου
Ο Ρικάκης ήταν πολύ δεμένος με τον Αντώνη Λάμπρου και τη σύζυγό του Νίτσα, από τον πρώτο καιρό που εγκαταστάθηκε στην Κήρινθο. Τους επισκεπτόταν τακτικότατα στο Μαντούδι, όπως κι εκείνοι αυτόν στην Κήρινθο, ενώ πολύ συχνά έβγαιναν παρέα σε ταβέρνες, σε φιλικά "τραπέζια" και διάφορες εκδηλώσεις.
Ο Αντώνης Λάμπρου θυμάται και λέει:

Ήταν ασυμβίβαστος ο Ρικάκης, ως το τέλος, πνεύμα ανήσυχο και επαναστάτης ενάντια στα "πρέπει" της εποχής μας.
Θα τον θυμάμαι πάντα, για τις φοβερές αφηγήσεις του, το πηγαίο χιούμορ του και τη βαθιά φιλοσοφημένη σκέψη του.
Είναι κι ένα τραγούδι του Bob Dylan που θα μου τον φέρνει πάντα στο νου. Βρισκόμασταν ένα βράδυ σπίτι του οι δυο μας κι είχαμε ατέλειωτες συζητήσεις, μεταξύ οίνου και πνεύματος, ενώ ακούγαμε το "Blowin' in the wind" του Dylan, που μου μετέφραζε τους στίχους του και τους ανέλυε.
Μέσα μου θα κρατάω για πάντα τη συμβουλή του. Αντώνη, μου έλεγε, να βλέπεις τους ανθρώπους πάντα με τα θετικά τους, και όχι με τα αρνητικά τους.


Πολλά βραδάκια, στηνόταν τραπέζι για χάρη του Ρικάκη, ακριβώς μπροστά στην είσοδο του βιβλιοπωλείου που διατηρεί η σύζυγος του Αντώνη Λάμπρου στην πλατεία Μαντουδίου.


Στην ταβέρνα του Φίφα στην Κήρινθο, ο Ρικάκης ήταν από τους πιστότερους θαμώνες. Μόλις λίγες δεκάδες μέτρα απείχε από το σπίτι του και, εκτός των άλλων, τον διευκόλυνε να δίνει εκεί τα ραντεβού του, όπως και τότε για τη συνέντευξή του στην "Προσωπική Ευθύνη". Η φωτογραφία (πάνω) είναι από μια συνάντηση που είχαν μαζί του τα μέλη της ομάδας έκδοσης της τοπικής εφημερίδας "Παρέμβαση". Εκατέρωθεν του Ρικάκη, ο Αντώνης Λάμπρου και ο Νίκος Σκουμπρής.


Τα καλοκαίρια ήταν συχνά τα τσιμπούσια στη φιλόξενη αυλή του Ρικάκη, ο οποίος ήταν άψογος οικοδεσπότης. Κανείς δεν καταλάβαινε πως έτρεχε έτσι ο χρόνος, όταν άναβε η φιλοσοφική κουβέντα, μέσα σε ατμόσφαιρα εγκαρδιότητας και ευθυμίας πάντα.


Καθιερωμένη ήταν η επίσκεψη του Ρικάκη στην πλατεία Μαντουδίου νωρίς το μεσημέρι της Κυριακής, όπου θα έπινε το ουζάκι του και θα συναντούσε τον Λάμπρου και άλλους Μαντουδιανούς φίλους. Η φωτογραφία είναι από ένα τέτοιο κυριακάτικο προμεσήμερο του 1998, όταν ο Ρικάκης πέρασε από την πλατεία παρέα με τον Δημήτρη Μπαρσάκη, που τον είχε φιλοξενήσει την προηγούμενη βραδιά σπίτι του.


Ένα χρόνο πριν φύγει, ο Ρικάκης, άρχισε να χαρίζει διάφορα δωράκια στους φίλους του, μικρά μεν, αλλά μεγάλης συναισθηματικής αξίας. Αυτός, άλλωστε, ήταν ο αληθινός και μοναδικός του πλούτος. Κάποιο από τούτα είναι και το θυμοσοφικό του επίγραμμα πάνω σε ένα κομμάτι ξύλο, που χάρισε στον Λάμπρου. Το είχε φυλάξει από το "ιδιωτικό ταβερνάκι" του, τότε που ήταν στην Άνδρο.


Στον Αντώνη Λάμπρου, κατόπιν επιθυμίας του Ρικάκη, περιήλθε και το θρυλικό του Wartburg, κατασκευασμένο στην τότε Ανατολοκή Γερμανία. Θα σου χρειαστεί για τις αγροτικές σου εργασίες, του είχε πει λίγο καιρό πριν φύγει...



Η κότα της Αβερωφίνας
Στην Κήρινθο ο Ρικάκης έκανε πολλή παρέα με τον Νίκο Καταραχιά και τον Χρήστο Κούγκια. Όπως μου διηγήθηκε ο Καταραχιάς, μια βραδιά που είχαν μαζευτεί και τα έπιναν στου Ρικάκη, τους ήρθε η ιδέα να κλέψουν μια κότα από το κοτέτσι της Μαίρης Αβέρωφ και να κάνουν ακόμα ένα τσιμπούσι. Ο Ρικάκης έμενε στης Αβέρωφ κι η μικρή του αυλή χωριζόταν με μια σίτα από την υπόλοιπη έκταση του αρχοντικού. Το δε κοτέτσι βρισκόταν σε μικρή απόσταση από την αυλή του.
Ούτε να το ακούσει δεν ήθελε ο Ρικάκης, τους το απέκλεισε κατηγορηματικά εξ αρχής, συνιστώντας τους να σταματήσουν τις μαλακίες και να σοβαρευτούν. Με τα πολλά, όμως, και στο όνομα της φιλίας τους, τον κατάφεραν να συναινέσει στο εγχείρημα, με βαριά καρδιά πάντως και ξεφυσώντας συνέχεια.
Μπήκαν, λοιπόν, στην αυλή της Αβέρωφ γύρω στα μεσάνυχτα, άρπαξαν την κότα από το κοτέτσι και, καθώς έφευγαν, τους τραβάει απότομα και τους λέει: Αλτ! Πού πάτε, μωρέ; Τα ίχνη... αφήσαμε ίχνη!
Είχε κιόλας κόψει ένα κλωνάρι από το κυπαρίσσι που ήταν δίπλα στο κοτέτσι κι άρχισε να σβήνει τις πατημασιές τους από το χώμα, μέχρι που πέρασαν τη σίτα. Τώρα είμαστε ασφαλείς, είπε... και συνεχίστηκε το φαγοπότι, ως τις πρωινές ώρες.



Στο δείπνο των Αγώνων Ποίησης
Οι Πανευβοϊκοί Μαθητικοί Αγώνες Ποίησης διεξάγονταν κάθε χρόνο, από το 1995 έως το 2004. Την τρίτη χρονιά, ως υπεύθυνος της διοργάνωσης, πρότεινα και στον Δημήτρη Ρικάκη να συμμετάσχει στην Κριτική Επιτροπή. Και, βεβαίως, ανταποκρίθηκε με χαρά, μεσολαβώντας μάλιστα να συμμετάσχει και ο φίλος του ποιητής Νίκος Φωκάς εκείνη τη χρονιά.


Η Τελετή της απονομής των βραβείων των 3ων Πανευβοϊκών Μαθητικών Αγώνων Ποίησης 1997 πραγματοποιήθηκε στο Μαντούδι και ακολούθως παραθέσαμε δείπνο στους προσκεκλημένους, από το οποίο δεν θα ήταν δυνατό να λείψει ο Ρικάκης.


Εκείνη τη βραδιά στην ταβέρνα, συζήτησε επί ώρες με το γνωστό δημοσιογράφο της Ελευθεροτυπίας Γιώργο Σταματόπουλο, ο οποίος ήταν επίσης μέλος της Κριτικής Επιτροπής.


Ο Σταματόπουλος δεν πήρε ούτε στιγμή το βλεμμα του από πάνω του, προφανώς εντυπωσιασμένος από το πάθος, με το οποίο μιλούσε ο Ρικάκης.


Ύστερα από μερικές μέρες, γράφοντας ο δημοσιογράφος στην Ελευθεροτυπία για την Τελετή απονομής, με τίτλο "Στην Εύβοια της ποίησης", δεν παρέλειψε βέβαια να αναφερθεί και "στη γλυκύτητα του παλαίμαχου, σοφού και αστραφτερού νεανία Δημήτρη Ρικάκη".



Ο φίλτατος και "αφόρητος" Παπαδέλλης
Από τους παλαιότερους φίλους του Ρικάκη, ο Ιωάννης Παπαδέλλης, τον επισκεπτόταν συχνά στην Κήρινθο, ταρακουνώντας τους ήσυχους ρυθμούς της ζωής του. Μοναδικός τύπος, επεισοδιακή η παρουσία του, ανένταχτος σε κάθε σύστημα και υπεράνω κάθε συμβατικότητας, αεικίνητος και μονίμως ανήσυχος, δήλωνε "μέγας μετακινησιολόγος" και "μέγας κατεδαφισιολόγος", και πάντα κατάφερνε να βγάζει τον Ρικάκη απ' τα ρούχα του, με την απρόβλεπτη συμπεριφορά του, με τις εξτρεμιστικές ιδέες του, τον ακατάσχετο λόγο του και τις παιδικές εμμονές του.


Μπορεί να εκνευριζόταν ο Ρικάκης με τα καμώματα του Παπαδέλλη, αλλά τον αγαπούσε και τον νιαζόταν πάντα. Άλλωστε, είχαν ζήσει τόσα πολλά μαζί, καθώς ήταν και σχεδόν συνομήλικοι. Ήταν κι ο Παπαδέλλης κάποτε ζωγράφος, αγιογράφος για την ακρίβεια, αλλά τα παράτησε και, όπως έλεγε ο ίδιος, έκτοτε έγινε "αγριογράφος". Υπεύθυνο για την εγκατάλειψη της αγιογραφίας θεωρούσε τον Φώτη Κόντογλου, ο οποίος ήταν θείος του, αδελφός της μητέρας του νομίζω. Επειδή, λοιπόν, ο Κόντογλου δεν του αποκάλυπτε τον τρόπο της παρασκευής ένός ιδιαίτερου, βαθύ και φωτεινού μπλέ χρώματος, ο Παπαδέλλης θύμωσε, αντιπάθησε τον Κόντογλου, αλλά και την αγιογραφία, ακόμα και τους αγίους.
Ο Ρικάκης μου είχε διηγηθεί διάφορα ανεπανάληπτα περιστατικά με πρωταγωνιστή τον Παπαδέλλη, από τα οποία μεταφέρω εδώ ένα που μου έχει κάνει ξεχωριστή εντύπωση. Ήταν κάπου στα τέλη της δεκαετίας του '70, όταν ο Ρικάκης είχε εγκατασταθεί στην Άνδρο, όπου πολλές φορές τον επισκεπτόταν ο Παπαδέλλης. Μία από αυτές, είχαν διαφωνήσει έντονα για ορισμένες λεπτομέρειες που αφορούσαν στη μορφή της στολής, και συγκεκριμένα του αδιάβροχου, των Γερμανών μοτοσυκλετιστών της Κατοχής. Μετά τον τσακωμό τους, ο Παπαδέλλης σηκώθηκε και έφυγε έξαλλος από το νησί. Πήγε στην Εθνική Βιβλιοθήκη και βρήκε τις απαραίτητες πληροφορίες για το αδιάβροχο των Γερμανών μοτοσυκλετιστών. Αφού στη συνέχεια το σχεδίασε με κάθε λεπτομέρεια, έδωσε το σχέδιο σε ένα ράφτη στην Αθήνα και του παράγγειλε να ράψει ένα ολόιδιο. Όταν ετοιμάστηκε το αδιάβροχο, το πήρε και ξαναγύρισε στην Άνδρο. Ορίστε, λέει του Ρικάκη, για να δεις πως έχεις άδικο!


Τον Παπαδέλλη τον γνώρισα το καλοκαίρι του 1997 στο σπίτι του Ρικάκη στην Κήρινθο. Ύστερα, όμως, από μερικές μέρες και πάμπολλους καβγάδες μεταξύ τους, πήγε κι έμεινε στην Κρύα Βρύση για καναδυό βραδιές. Δεν μιλιόντουσαν τότε και μάταια προσπαθούσα να τους συμφιλιώσω. Τον φιλοξένησα κι εγώ για λίγες μέρες στο σπίτι που είχα νοικιάσει στο Μαντούδι. Τη δεύτερη μέρα, όμως, του έθεσα έναν όρο, να μην με τρελαίνει πρωί-πρωί με τις βροντερές και χειμαρρώδεις ιδέες του, δίνοντάς μου το χρόνο να πιω τον καφέ με την ησυχία μου. Το επόμενο πρωί κάθησε με τον καφέ του στο μπαλκόνι και ήταν αποφασισμένος να μη με ενοχλήσει. Εγώ, πίνοντας καφέ στο γραφείο, έκανα το λάθος να ακούσω λίγο "Μαγεμένο Αυλό". Δεν άντεξε κι έβαλε τις φωνές: Άκου τις στριγγλιές εσύ! Άκου τις στριγγλιές αυτής, παρά εμένα!


Δεν ήμουν στο σπίτι όταν έφυγε, αλλά φρόντισε να μου αφήσει ένα δώρο, τις φωτοτυπίες από τη μετάφραση πολλών σελίδων μιας αγγλικής εγκυκλοπαίδειας, που αναφέρονταν στη φιλοσοφία γενικώς. Συνόδευε δε το δώρο του με ένα διευκρινιστικό και συνάμα αποχαιρετηστήριο σημείωμα, όντως μοναδικό κι ανεπανάληπτο, όπως κι ο ίδιος.
Μακάρι να 'ναι καλά και να τον ξαναδούμε. Πάντως, από τότε που πέθανε ο Ρικάκης, δεν ξαναφάνηκε, αν και είχε πλέον κι αυτός πολλές γνωριμίες στην περιοχή.



Στην ταβέρνα του "Σοφού"
Η ταβέρνα του Γιάννη Αλεξανδρή στην Κρύα Βρύση ήταν ένα από τα αγαπημένα στέκια του Ρικάκη όσο έμενε στην Κήρινθο. Την επισκεπτόταν σχεδόν καθημερινά τους θερινούς μήνες, αλλά αρκετά συχνά και το χειμώνα. Εκεί συναντούσε πολλούς ντόπιους φίλους του, αγρότες ως επί το πλείστον, με τους οποίους, τρώγοντας και πίνοντας, άνοιγε κουβέντα ακόμα και για φιλοσοφικά θέματα. Την κουβέντα και την παρέα δεν τη χόρταινε, κι είχε τη συνήθεια να πάει από τραπέζι σε τραπέζι, μην και μείνουν παραπονεμένοι όσοι κάθονταν μακρύτερα και δεν τον άκουγαν...


Η τελευταία φορά που βρεθήκαμε στην ταβέρνα του "Σοφού" ήταν τον Σεπτέμβρη του 1999. Ο "Σοφός" είχε φτιάξει ψαρόσουπα και, εκτός από τον Ρικάκη, είχε προσκαλέσει και τη Μαίρη Αβέρωφ. Στη φωτογραφία, αριστερά, η Μαίρη Αβέρωφ, πίσω της ο "Σοφός", δίπλα του η σύζυγός του Αργύρω, ο Γιώργος Χονδρογιάννης, ο Δημήτρης Μπαρσάκης, μία συνάδελφος καθηγήτρια και στην άκρη δεξιά ο Δημήτρης Ρικάκης.


Από τους θαμώνες της ταβέρνας και ο Αγαπητός, ένας αγρότης από την Κήρινθο, ο οποίος άκουγε υπομονετικά τις θεωρίες του Ρικάκη κι απλώς τον διέκοπτε πότε-πότε με κανένα χωρατό, που μπορεί να ήταν άσχετο και άκομψο, αλλά τον Ρικάκη δεν τον ενοχλούσε καθόλου.




Τ' απογευματάκια στην αυλή...


Τώρα που το σκέφτομαι, συνειδητοποιώ ότι συχνά ταξιδεύαμε έξω από τα όρια του συμβατικού χρόνου, όταν οι ασήμαντες καθημερινές στιγμές, εκείνα τ' απογευματάκια ως το σούρουπο στην αυλή, είχαν ένα άρωμα αιωνιότητας, που πλημμύριζε τον αέρα, σαν κάτι απολύτως φυσικό...
Η φωτογραφία είναι από το καλοκαίρι του '99, το τελευταίο καλοκαίρι του στην Κήρινθο. Με φιλοξενούσε τότε για σχεδόν δύο εβδομάδες και κάθε απογευματάκι επαναλαμβανόταν η ίδια ιεροτελεστία. Περνούσαν και διάφοροι ντόπιοι φίλοι ανελλιπώς, όπως ο Γιώργος Χονδρογιάννης από το Μαντούδι (στη φωτό αριστερά), τον οποίο ο Ρικάκης εκτιμούσε ιδιαίτερα, για την ευγένεια και τη θετικότητα του χαρακτήρα του.




Το "Φιλολογικό Μνημόσυνο" και τα... παρατράγουδα
Το Τοπικό Τμήμα Λίμνης της Εταιρείας Ευβοϊκών Σπουδών οργάνωσε "Φιλολογικό Συμπόσιο στη Μνήμη του Δημήτρη Ρικάκη", το οποίο πραγματοποιήθηκε το Σάββατο 7 Δεκεμβρίου 2002 στην αίθουσα της Βιβλιοθήκης του Ενιαίου Λυκείου Μαντουδίου.


Την παρουσίαση της εκδήλωσης είχε αναλάβει η ψυχοθεραπεύτρια κ. Γιάννα Κορέλη - Μπουλουγούρη, ενώ χαιρετισμό απηύθυνε ο κ. Γιώργος Παπαθανασίου, διευθυντής του Λυκείου Μαντουδίου και πρόεδρος του Τοπικού Τμήματος της Εταιρείας Ευβοϊκών Σπουδών. Ομιλητές ήταν η κ. Κορέλη, νεότερη φίλη του Ρικάκη και ο παλιός του φίλος Ρένος Αποστολίδης, συγγραφέας και κριτικός λογοτεχνίας. Ο έτερος φίλος - και συμμθητής - του Ρικάκη, ο ζωγράφος Φρέντυ Κάραμποττ, που συμπεριλαμβανόταν στους ομιλητές, δεν προσήλθε τελικά.
.
Από την πλευρά μου, έλαβα την πρωτοβουλία να καλύψω δημοσιογραφικά την εκδήλωση και δημοσίευσα ένα ρεπορτάζ μίας σελίδας στην εφημερίδα "Πανευβοϊκόν Βήμα" της Πέμπτης 12 Δεκεμβρίου 2002. Το ρεπορτάζ μου, όμως, δεν άρεσε καθόλου στον Ρένο Αποστολίδη και την κ. Κορέλη. Το πρόβλημα φαίνεται πως ήταν ότι είπα "τη σκάφη... σκάφη", χωρίς να αποσιωπήσω τίποτε. Γινόταν κι αλλιώς, "παρόντος" μάλιστα και του Ρικάκη; Θα μου το 'κοβε το χέρι!

.
Όσα ανέφερε ο Αποστολίδης, αν μη τι άλλο, με εξέπληξαν - διαβάστε πάνω το απόσπασμα του ρεπορτάζ και θα καταλάβετε γιατί - και τα κατέγραψα, ως όφειλα. Κατέγραψα βεβαίως και τους χειρισμούς της παρουσιάστριας και λυπάμαι αν τη στενοχώρησα κι αυτή. Κανένας άλλος πάντως δεν στενοχωρήθηκε - το αντίθετο μάλιστα...


Έτσι, είχα τη... μεγάλη τιμή να μου επιτεθεί ο παλιός φίλος του Ρικάκη, ο οποίος με επιστολή του στο "Πανευβοϊκόν Βήμα" (16 Ιανουαρίου 2002) με κατηγορούσε για τα τόσα φοβερά που σκέφτηκε να γράψει. Μόνο που δεν υπήρχε αντικείμενο σε επίπεδο επιχειρημάτων, ώστε να υπάρχει και λόγος να ασχοληθώ - εκτός τούτου, είχα ήδη απαντήσει δεόντως στα "...κάποια σχόλια" της κ. Κορέλη, έφτανε και δεν πήγαινε άλλο. Ωστόσο, οφείλω να ομολογήσω, για να έχω και τη συνείδησή μου ήσυχη απέναντι στους αναγνώστες εκείνου του ρεπορτάζ, ότι όντως διέπραξα το έγκλημα να αναφέρω (σε ένα σημείο) τον Αποστολίδη ως συμμαθητή του Ρικάκη, ενώ ήταν απλώς και μόνον παλιός του φίλος!

ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ Η ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΚΑΙ Η ΚΑΘ' ΟΙΟΝΔΗΠΟΤΕ ΤΡΌΠΟ ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΣΗ ΤΟΥ ΚΕΙΜΕΝΟΥ ΚΑΙ ΤΩΝ ΕΙΚΟΝΩΝ ΧΩΡΙΣ ΤΗΝ ΕΓΓΡΑΦΗ ΑΔΕΙΑ ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΚΤΗ-ΕΚΔΟΤΗ.

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΡΙΚΑΚΗΣ (8)

"ΟΛΙΓΑ ΤΙΝΑ ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΘΑΝΗΣ ΤΟΥ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΡΙΚΑΚΗ"
'Ενα διήγημα αφιερωμένο στη μνήμη του, που έγραψα το Νοέμβρη του 2000, πέντε σχεδόν μήνες μετά το θάνατό του.


Κήρινθος, τέλη Νοέµβρη, θολό απόβραδο, μονότονο ψιλόβροχο, κι άντε πάλι τσάρκα, το γνωστό δρομολόγιο... Πρώτη στάση στην µπακαλοταβέρνα του Φίφα, για τσίπουρο, θυμοσοφίες, αψιμαχίες. Ύστερα, ανηφόρα στου Τζακ το ουζερί, για τα ίδια πάλι, αλλά σε επίπεδο τάχα πιο εξελιγμένο. Τρίτη και τελευταία στάση στου Νικολάρα τη χασαποταβέρνα, για πιο ενστικτώδεις καταστάσεις, µε τα σφάγια κρεµασµένα μπροστά στα μούτρα µας. Και µε αντιδράσεις απρόβλεπτες και, χωρίς κανένα λόγο, χριστοπαναγίες ...
Επιστροφή από άλλο δρόμο, συντομότερο, καλντερίμι γλιστερό, ώρες πρωινές.
Και το ψιλόβροχο αιώνιο, να µας συντροφεύει, μέχρι της Αβερωφίνας το κονάκι, εκεί στα παράσπιτα, όπου έμενε δοξαστικά και ταπεινά εδώ και μια δεκαετία τώρα. Και όλο λέγαμε, και όλο αλλάζαμε θέμα, για να τα προλάβουμε όλα.
Όσο γυρίζαμε, βασανιζόμουν αν έπρεπε να του το πω. Και σύμφωνα µε τα ημερολόγια όλο μεγάλωνε ο καιρός, είχαν κιόλας πέντε μήνες περάσει. Αλλά δίσταζα, δεν το έπαιρνα απόφαση. Ίσως να είναι απροετοίμαστος, σκεφτόμουν κάθε φορά. Το ανέβαλλα συνεχώς.
Μπήκαμε σπίτι, µας υποδέχτηκαν σκυλιά και γάτες πανηγυρίζοντας. Όπως πήγε να σκαλίσει, να αναστήσει τη φωτιά στο τζάκι, ακούστηκαν µπουµπουνητά. Γύρισε, µε κοίταξε καλά-καλά και µε ρώτησε:
- Σκέφτηκες ποτέ να πας από κεραυνό;
-Όχι, ποτέ!
- Ο καλύτερος θάνατος, είπε ... λες και ήξερε, ο καλύτερος θάνατος.
Βρήκα τότε το θάρρος. Ήταν η κατάλληλη στιγμή να του θέσω το ζήτημα...
- Ξέρεις, λένε ότι έχεις...
Δεν μπόρεσα, όμως, να συνεχίσω.
- Τι έχω, βρε παιδί μου;
Είχε νευριάσει. Μετάνιωσα και δικαιολογήθηκα...
- Μου είναι δύσκολο, ξέρεις ...
- Α παράτα µας!
Σωπάσαµε για λίγο. Το πήρα όμως απόφαση, έπρεπε επιτέλους να του το πω...
- Ε, λοιπόν, λένε ότι έχεις... πεθάνει! Έτσι λένε, δηλαδή, το άκουσα, έτσι άκουσα…
- Χέστηκα! Και νόμιζα ότι θα ήταν τίποτα σοβαρό, να το ψάχναμε λιγάκι ...
- Πάντως, σε θρήνησαν έμαθα. Έκλαψαν, είπαν μάλιστα κι επαίνους…
- Να τους βάλουν εκεί που ξέρουν τους επαίνους τους και να µε αφήσουν ήσυχο εμένα. Έχω τόσες δουλειές! Αλλά αυτό που µε βασανίζει τώρα είναι που ξημερώνει Κυριακή . Ξέρεις τι σημαίνει αυτό; Άι σιχτίρ! Θα µας ξεκουφάνουν πάλι µε τις ηλεκτρικές καμπάνες τους και τα μεγάφωνα… μια πόρτα η εκκλησία! Και τι φταίω εγώ; Εδώ σε θέλω κύριε! Πού είναι ο πολιτισμός, πού είναι το γαµηµένο το κράτος;
Ήταν σαν να άκουγε ήδη τις κυριακάτικες καμπάνες της διπλανής εκκλησίας κι είχε εξοργιστεί προκαταβολικά. Σηκώθηκε απότομα από το σκαμνί κι έβαλε δυνατά Βάγκνερ στο κασετόφωνο, "Τανχόιζερ" συγκεκριμένα. Κάθισε ύστερα στο κρεβάτι και σκούπισε σχολαστικά µε τις χούφτες του τα σάλια του γέρο-σκύλου. Είχε φουντώσει για τα καλά το τζάκι. Έφερε το ουίσκι ...
-Να πιούμε ένα και για ύπνο! Θέλεις παγάκι;
- Α, όχι, όχι παγάκι! του φώναξα και πετάχτηκα να σταματήσω το χέρι του, καθώς έκανε
ν' αφήσει το παγάκι στο ποτήρι µου. Τα σιχαινόμουν τα σάλια του σκύλου, αλλά αυτός τα είχε σαν αγίασµα. Μετά από λίγη σιωπή, καθώς µας είχε καθηλώσει ο Βάγκνερ, άρχισε να µονολογεί, λες και δεν ήμουν πια εκεί… .
- Δεν μπορώ να καταλάβω τι µε νοιάζει εμένα αν έχω πεθάνει! Αν λένε, δηλαδή, πως έχω πεθάνει. Τόσα και τόσα λένε… Κάτι τρέχει στα γύφτικα...
Εγώ, βέβαια, είχα μάθει ότι τον περασµένο Ιούνη έγινε η κηδεία του. Δεν είχα πάει, μου φαινόταν υποκριτικό να πάω στην κηδεία του. Έτσι, ούτε αποδείξεις έχω τώρα. Αλλά ούτε και οι άλλοι έχουν αποδείξεις, ότι είμαστε εδώ στα τέλη του Νοέµβρη φέτος. Τι θα πούνε, ότι κάνω παρέα µε πεθαμένους, ότι μιλάω και τσακώνομαι µε έναν πεθαμένο; Δεν έχουν αποδείξεις…
Είχα αποκοιμηθεί, γέρνοντας δίπλα στο τζάκι. Με σκούντησε και πετάχτηκα. Ο Βάγκνερ είχε τελειώσει. Σα να έβλεπα φάντασμα ξαφνικά...
- Τι έπαθες, κανένα φάντασμα βλέπεις;
Δεν μπορούσα να μιλήσω. Αυτός γελούσε…
- Κοιμήθηκες του καλού καιρού. Άντε στο κρεβάτι τώρα, σαν άνθρωπος. Ακόμα και τα σκυλιά στο κρεβάτι κοιμούνται εδώ.

Το είδωλον του Δημητρίου Ρικάκη εισερχόμενον εις την θύραν του εν Κηρίνθω οικίσκου του - η αυλή είχε πλέον μετονομασθεί εις Οδόν Σόλωνος.

Ξημέρωσε πάλι Κυριακή. Ξύπνησα από τις καμπάνες και τις βρισιές. Καφές, µε Βάγκνερ πάλι. Σύντομος απολογισμός της βραδινής εκστρατείας, ο ίδιος πάντα απολογισμός, κι εξόρμηση µε το αρχαίο "Βάρτµπουργκ" στο Μαντούδι.
Στο δρόμο μάς μούντζωναν οι οδηγοί που µας προσπερνούσαν. Έλεγα επειδή πήγαινε πολύ αργά και σχεδόν στη μέση του δρόμου. Μας μούντζωναν πάντως κι αυτοί που έρχονταν αντίθετα…
- Μα τι συμβαίνει κι όλοι μας μουντζώνουν; τον ρώτησα γεμάτος απορία.
- Πού τις είδες τις μούντζες, βρε παιδί µου; Μας χαιρετούν οι άνθρωποι!
- Τους ξέρεις όλους αυτούς;
- Κάπου θα τους ξέρω, δεν μπορεί!
Μετά κατάλαβα, όταν κοίταξα πίσω και είδα ένα τεράστιο σύννεφο άσπρου καπνού να µας ακολουθεί. Νόμισα πήραμε φωτιά κι έβαλα τις φωνές, αλλά δεν ανησύχησε καθόλου. Μόνο παραδέχτηκε ότι υπάρχει ένα μικρό πρόβλημα στην καύση του λαδιού, το οποίο, προς το παρόν, δεν θα έπρεπε να µας απασχολεί!
Στην πλατεία στο Μαντούδι δεν συναντήσαμε τον Αντώνη τον Λάμπρου ούτε τον Γιώργο τον Χονδρογιάννη. Γλιτώσαμε ευτυχώς και την ερώτηση την καθιερωμένη: "Τι είχατε και σκούζατε έτσι χτες το βράδυ;". Εγώ θα τσιμπούσα και θα ρωτούσα αμέσως: "Πού µας ακούσατε;". Ήταν βλέπεις δεδομένο ότι θα γινότανε μεγάλος φιλοσοφικός καβγάς, όπου κι αν είχαμε πάει, στα ταβερνεία της Κηρίνθου... Εντελώς συμβατικά, παραγγείλαμε ουζάκι στο μεγάλο καφενείο της πλατείας, κι ο μεζές μπαγιάτικο καραβιδάκι όπως πάντα, που βέβαια το φτύσαμε, όπως πάντα.
Χωρίς χρονοτριβές, µπήκαµε στο "Βάρτµπουργκ", όπου µας περίμενε υπομονετικά ο "Ραπ" και κινήσαμε για Κρύα Βρύση, µε το τεράστιο σύννεφο καπνού από κοντά. Δεν θα μπορούσε να γίνει κι αλλιώς. Στην Κρύα Βρύση µας περίμενε η ταβέρνα του Γιάννη του Αλεξανδρή ή Σοφού και, εναλλακτικά, της Χρυσούλας, η μια απέναντι στην άλλη.
Παρκάραμε άκρη στην αυλή του Σοφού και βγήκαμε συντονισμένοι, να πάμε να κατουρήσουμε στα σκίνια, δίπλα στο εξοχικό του φίλου Μικέ Κουτούζη, ο οποίος πριν δύο μήνες είχε επιστρέψει στην Αθήνα, έχοντας ξεχάσει να υποστείλει τη σημαία του, ένα λευκό πανί που απλώς έγραφε "Καλάµ καβαλάµ".
Εν τω μεταξύ, ο Σοφός είχε βγει στην πόρτα του μαγαζιού του και τα έχασε σαν είδε το θρυλικό "Βάρτµπουργκ" στην άκρη της αυλής. Έκανε το σταυρό του και σύντομα έβαλε τις φωνές, άναρθρες κραυγές... Τον άκουσε ο Νίκος ο Καταραχιάς, που ήταν πέρα στο χωράφι του ...
- Τι φωνάζεις, ρε Σοφέ;
- Τρέξε Νίκο! Είναι 'δωπέρα το αμάξι του! Είναι μέσα και ο "Ραπ"… που είχε φάει τη φόλα πρόπερσι!
- Και τι κάνεις έτσι, ρε; φώναξε ο Καταραχιάς, τρέχοντας κατακεί.
-Να μην κάνω έτσι; Τόσο πένθος είχαμε!
- Καλά κάναμε και είχαμε! Αλλά του ανάβεις κανα κεράκι; τον ρώτησε αυστηρά, έχοντας ήδη φτάσει κοντά του.
- Πού να προλάβω, ρε, µε τόσες δουλειές! Μα στην κηδεία του πήγα, δεν μπορεί κανείς να πει κουβέντα!
Τους ακούγαμε, όπως γυρνούσαμε απ' το κατούρημα. Μου είπε να σταθώ πίσω και προχώρησε αυτός μπροστά. Ο Σοφός είχε παγώσει στο σκαλοπάτι ...
- Και ποιος σου έδωσε, ρε Σοφέ, το δικαίωμα να πας στην κηδεία µου;
-Εγώ... ποιο δικαίωμα, εγώ το χρέος µου έκανα!
- Το χρέος σου είναι να φτιάχνεις κανένα μεζέ της προκοπής και να σερβίρεις καλό τσίπουρο, αυτό απ' το χωριό της γυναίκας σου, αλλά και να µη µας γδέρνεις!
- Κι εγώ πήγα στην κηδεία σου, αλλά δε χρειάζεται να το κάνουμε βούκινο! είπε συγκαταβατικά ο Καταραχιάς.
- Δεν μπορώ να καταλάβω τι μύγα σας τσίμπησε όλους και λέτε μαλακίες! Πάμε να κάτσουμε ...
Φάγαμε, ήπιαμε, τσακωθήκαμε και στην κατάλληλη ώρα άρχισε το "τζουµ τριαλαριλαρό, βάρκα γιαλό"... Εγώ είχα βγάλει το μπλοκάκι κι έγραφα. Μόλις το αντιλήφθηκε, µε κοίταξε δήθεν επιτιμητικά και, απευθυνόμενος σ' όλον τον περίγυρο των τραπεζιών, που για χάρη του είχαν ήδη γεμίσει, µε έδειξε και φώναξε…
- Θα του το κόψω του Μπαρσάκη το χέρι, αν δεν σταματήσει να γράφει τις µπούρδες που γράφει τώρα! Κάθεται και γράφει πράγματα για µένα, κι εγώ θα τα διαβάσω τελευταίος, άμα τα δημοσιεύσει ποτέ. Μπορεί και να 'χω πεθάνει μέχρι τότε, και κάτι τρέχει στα γύφτικα δηλαδή, είτε τα διαβάσω είτε όχι!


Κι έξαφνα, μου αρπάζει το στυλό απ' το χέρι και το πετάει πέρα στο χωματόδρομο, ακριβώς στη μέση της μοναδικής λούτσας που είχε απομείνει από τη χθεσινοβραδινή βροχούλα, λες και τη σημάδεψε…

Αστερίσκος: Το στυλό ήτο ευτελές μπικ με κυανόχρουν μελάνι, έφερε δε εις το άκρον, πλησίον της μύτης, ράγισμα μήκους δύο εκατοστών περίπου, το οποίον ουδείς γνωρίζει πότε και πώς προκλήθηκε, ενώ το μόνον βέβαιον είναι ότι αγοράσθηκε από ψιλικατζίδικο της Κηρίνθου έναντι 75 δραχμών.*

________________
*Ο "Αστερίσκος" μιμείται σκόπιμα τον τρόπο του Δημήτρη Ρικάκη στο βιβλίο του "Μικρά".



ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ Η ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΚΑΙ Η ΚΑΘ' ΟΙΟΝΔΗΠΟΤΕ ΤΡΟΠΟ ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΣΗ ΤΟΥ ΚΕΙΜΕΝΟΥ ΚΑΙ ΤΩΝ ΕΙΚΟΝΩΝ ΧΩΡΙΣ ΤΗΝ ΕΓΓΡΑΦΗ ΑΔΕΙΑ ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΚΤΗ - ΕΚΔΟΤΗ.

Πέμπτη, 24 Ιουλίου 2008

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΡΙΚΑΚΗΣ (7)

Η ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΤΟΥ ΔΗΜΗΤΡΗ ΡΙΚΑΚΗ ΣΤΟ ΜΑΘΗΤΙΚΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ "ΠΡΟΣΩΠΙΚΗ ΕΥΘΥΝΗ".


Η συνέντευξη πραγματοποιήθκε στις 25 Φεβρουαρίου 1995 και συμμετείχαν τρία παιδιά του Γυμνασίου Λίμνης, ο Θανάσης Παπαθεοδώρου, η Αναστασία Γεροντάκη και ο Βαγγέλης Αλεξίου. Δημοσιεύθηκε στο 7ο τεύχος (Μάϊος - Ιούνιος 1995) του μαθητικού μας περιοδικού "Προσωπική Ευθύνη" και αναδημοσιεύθηκε στο μαθητικό περιοδικό "Παρρησία" (5ο τεύχος, Άνοιξη 2001) του Γυμνασίου Ψαχνών. Είναι η μοναδική συνέντευξη του Δημήτρη Ρικάκη, απ' όσο γνωρίζω.


"ΖΟΥΜΕ ΤΑ ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ ΕΝΟΣ ΓΕΝΕΤΙΚΟΥ ΛΑΘΟΥΣ"

Το σύστημα στηρίζεται σε ένα λάθος...
- Ποια είναι η γενική σας εκτίμηση, κ. Ρικάκη, όσον αφορά στη σημερινή κατάσταση φυσικού και κοινωνικού περιβάλλοντος;
- Πρώτα θα σταματήσουμε τους πληθυντικούς, αν θέλουμε να μιλήσουμε. Λοιπόν, ο καθένας βλέπει ότι δεν πάμε καλά. Ο καθένας μπορεί να διαπιστώσει ότι δεν υπάρχει αρμονική σχέση ανάμεσα στην κοινωνία και τη φύση. Αυτά τα δύο πάνε αντίθετα και συγκρούονται, για τον απλό λόγο ότι η κοινωνία μας προσπαθεί να προσαρμόσει τη φύση στα δικά της δεδομένα. Υπάρχει μια γενική παρακμή. Υπάρχει ένα σύστημα, που είναι υπεύθυνο για τη σημερινή κατάσταση. Κι αυτό το σύστημα στηρίζεται σε ένα λάθος! Εμείς ζούμε τα συμπτώματα αυτού του λάθους.

- Ποιο είναι αυτό το λάθος;
- Πιστεύω πως κάπου έχει γίνει ένα λάθος γενετικό στο είδος μας.

- Κάποια μετάλλαξη εννοείς;
- Όχι μετάλλαξη. Μεταλλάξεις συμβαίνουν πάντα. Φυσιολογικά. Εδώ πρόκειται για λάθος στο γενετικό κώδικα. Πολύ παλιά, πίσω. Μιλάμε για την εποχή που περάσαμε από τον Αυστραλοπίθηκο στον Homo Sapiens. Μέχρι τότε ο Αυστραλοπίθηκος δεν είχε εμφανίσει συμπτώματα παρακμής.

- Πώς το εξηγείς αυτό το λάθος;
- Απλώς, συνέβη. Γιατί είναι και θέμα τύχης. Τα αμινοξέα, για παράδειγμα, καταλαμβάνουν ορισμένες θέσεις, υποδοχές. Μπορεί όμως να βρεθούν και σε λάθος θέση.

- Το πρόβλημα αφορά μόνο το δικό μας είδος;
- Όχι μόνο. Υπάρχει ένα είδος αρουραίων που αλληλοσκοτώνονται. Υπάρχει και κάποιο ψάρι που σκοτώνει το ίδιο του το είδος. Η φύση όμως προσπαθεί πάντα να αυτοδιορθώνεται.

- Υπάρχει ελπίδα λοιπόν!
- Υπάρχει ελπίδα για κάποιον που δεν ξεπερνάει τα μέτρα. Δεν πρέπει ποτέ να ξεχνούμε το «μηδέν άγαν». Να ξέρεις για ποιο πράγμα είσαι ικανός και για ποιο δεν είσαι. Δυστυχώς όμως, σήμερα υπάρχει «Ύβρις», με ύψιλον κεφαλαίο.

- Συμμετέχουν όλοι σ' αυτήν την Ύβρη;
- Όχι, μα η παροιμία «κοντά στα ξερά καίγονται και τα χλωρά» είναι σωστή. Πάντα υπάρχουν και αθώα θύματα, που την πληρώνουν. Σημασία πάντως έχει να αντιστεκόμαστε. Μόνο με τη σωστή αντίσταση μπορούμε να πετύχουμε κάτι καλό.

.
Να μάθουμε να λέμε "όχι"!
- Πώς μπορεί να αντισταθεί κάποιος;
- Όταν λέω αντίσταση, δεν εννοώ βία. Πρέπει με άλλο τρόπο να αντιστεκόμαστε σε όλες αυτές τις απειλές. Πρέπει να γίνεις αντίσωμα μέσα στην κοινωνία, όπως έχει και ο οργανισμός αντισώματα, για να αντιμετωπίζει ό,τι τον απειλεί. Και δεν είσαι μόνος. Είναι κι άλλοι που τα λένε σαν κι εμάς, κάπου, κάποιοι, την ίδια στιγμή. Υπάρχουν άνθρωποι που δεν αλλοτριώνονται εύκολα. Υπάρχουν άνθρωποι που το έχουν ανάγκη, ανάγκη εσωτερική να πούνε «όχι». Αυτό λέω κι εγώ. Να μάθουμε να λέμε «όχι» ρε παιδιά! Πρέπει ο κόσμος να μάθει να λέει το «όχι». Όλοι λένε «ναι». Γιατί, ξέρεις σου κάνουν κάποια μεγάλη «προσφορά»! Προσφορά; Ε, όχι! Ευχαριστώ πολύ, αλλά «όχι»! Δε γίνεται αντίσταση με άλλο τρόπο. Γιατί τα κλειδιά το κατεστημένο τα έχει όλα. Μόνο η εσωτερική αντίσταση μας μένει. Το θέμα όμως είναι αν θα προλάβουμε. Να προλάβει η αντίσταση μας την τεχνολογία, γιατί περί αυτής πρόκειται, η οποία εξυπηρετεί το κέρδος.

- Και ποια μορφή έχει η απειλή;
- Σήμερα η κύρια μορφή της είναι ο αμερικάνικος τρόπος ζωής και η αμερικάνικη νοοτροπία γενικά. Πίσω απ' αυτά βρίσκονται οικονομικά συμφέροντα. Προσπαθούν να μας πλασάρουν την αμερικάνικη ψευτοκουλτούρα. Και με αυτόν τον τρόπο θέλουν να καταλάβουν τον κόσμο. Μας τα παρουσιάζουν μάλιστα έτσι τα πράγματα, ώστε να φαίνονται πάρα πολύ φυσικά. Θεωρούμε έτσι σαν κάτι φυσικό την απανθρωπιά και τους αλληλοσκοτωμούς. Πρόκειται περί διαστροφής!

- Σε τι άλλο θα έπρεπε να αντισταθούμε;
- Ένας μεγάλος κίνδυνος είναι σήμερα η τηλεόραση. Αλλά πώς να αντισταθούν τα παιδιά στην τηλεόραση; Είναι απροστάτευτα απέναντι στην παντοδύναμη προπαγάνδα. Δεν πάει άλλο! Έχω αφηνιάσει με το θέμα της τηλεόρασης. Για το απαράδεκτο αυτό φαινόμενο γράφω αυτόν τον καιρό ένα εκτενές άρθρο. Κίνδυνος είναι και τα κάθε είδους πρότυπα που υποβάλλονται. Δημιουργούν την εικόνα του ήρωα, που είναι απόλυτα καταστροφική. Είναι ακόμα και η εκπαίδευση, που προσπαθούν πάντα να την έχουν στην υπηρεσία της εξουσίας. Είναι πολλά!

- Μπορούμε να περιμένουμε κάτι ουσιαστικό από την εσωτερική αντίσταση που ανέφερες;
- Οι άνθρωποι μπορούν να κάνουν πολλά, όταν επικοινωνούν ψυχικά. Δημιουργείται ανάμεσά τους ένα ψυχοπνευματικό δίκτυο. Είναι αυτό που είπε ο Ιησούς στους Μαθητές του τη Πεντηκοστή, «ομοθυμαδόν»! Όλοι μαζί, με μια ψυχή. Τότε υπάρχει μεγάλη ενέργεια, μια δύναμη μεγάλη, που δεν την υποψιαζόμαστε.

- Ποιος είναι ο ρόλος της τέχνης σε όλα αυτά;
- Η τέχνη είναι λύτρωση, είναι εσωτερική ανάγκη και ελευθερία. Δεν επιτρέπεται όμως να εξυπηρετεί διαφόρους άλλους σκοπούς, δεν επιτρέπεται η οποιαδήποτε στράτευση της τέχνης. Γιατί το μήνυμα της τέχνης πρέπει να βγαίνει από το πλατύτερο ανθρώπινο και όχι από το εξειδικευμένο ανθρώπινο και το επιμέρους. Για παράδειγμα, μια προπαγανδιστική ρατσιστική αφίσα δεν μπορεί να έχει σχέση με την τέχνη. Γενικά η στρατευμένη τέχνη είναι θηλιά!

- Τι προσφέρει η τέχνη στην κοινωνία;
- Η τέχνη είναι ένα κοινωνικό φαινόμενο και έτσι πρέπει να τη βλέπουμε. Η μεγάλη της αξία βρίσκεται στο ότι διεγείρει στον άνθρωπο τα αισθητικά στοιχεία, τα οποία έχει μέσα του, αλλά δεν τους έχει δοθεί η ευκαιρία να βγουν. Κι ενώ προσπαθούν να μας «τυφλώνουν», η τέχνη αποτελεί κι αυτή μια μορφή εσωτερικής αντίστασης.
.

Μια κουνημένη φωτογραφία...
- Ποια είναι η άποψή σου για τη ζωή και τον κόσμο; Μπορούμε να συλλάβουμε την ουσία τους;
- Πρέπει να έχουμε υπόψη μας ότι τα πράγματα δεν είναι άσπρο-μαύρο. Τα πράγματα τα αντιλαμβανόμαστε θολά. Η καθαρή εικόνα του κόσμου δεν υπάρχει. Είναι θολωμένη η εικόνα του κόσμου. Θα σας διηγηθώ κάτι για ένα σπουδαίο άνθρωπο, το φίλο μου το Γιώργο το Μακρή, ένα βαθυστόχαστο άνθρωπο.

- Έγραψε βιβλία ο Μακρής;
- Όχι, αυτός μόνο μιλούσε. Τότε συχνάζαμε και συζητούσαμε στο «Βυζάντιο» εκείνης της εποχής. Συναντιόμασταν πολλοί εκεί, ο Τσαρούχης, ο Μάνος ο Κατράκης, ο Ελύτης ερχόταν ένα φεγγάρι, κι άλλοι γνωστοί.
Ο Γιώργος ο Μακρής ήταν μια ξεχωριστή προσωπικότητα, ήταν πραγματικά φιλόσοφος, αλλά και άνθρωπος, σε όλους αγαπητός. Είχε μια σωστή μέθοδο, δεν έλεγε ποτέ τσιτάτα «αυτό είναι». Ενεργοποιούσε τους άλλους να βρουν.
Με το φιλόσοφο τον Κώστα Αξελό, ο Μακρής, ήταν πολύ φίλοι και όταν ο Αξελός πήγε στη Γαλλία, πήγε ο Μακρής να τον επισκεφθεί.
Σε μια σοφίτα έμενε ο Αξελός και έγραφε τον «Ηράκλειτο» τότε. Δεν είχαν πολλά λόγια, τυπικότητες και κοινοτυπίες. Ένα νεύμα ή μια χειρονομία αρκούσε για να πουν «τι κάνεις;», «καλά, τι γίνεσαι εσύ;» και όχι περισσότερα. Και του λέει ο Αξελός: Βρε συ Γιώργο, η ανθρώπινη πασιέντσα δε βγαίνει. Ή δεν τη βάζουμε σωστά ή κάποιο χαρτί λείπει. Αλλά δε λείπει χαρτί. Το σύστημα λειτουργεί κανονικά. Και γυρίζει ο Μακρής και του λέει: Άκουσε Κώστα, ο κόσμος είναι σα μια φωτογραφία κουνημένη, θολωμένη. Αλλά το θέμα είναι ποιος κουνήθηκε. Το αντικείμενο κουνήθηκε ή η μηχανή; Αυτό δε θα το μάθουμε ποτέ!
Έτσι λοιπόν είπε ο Μακρής κι η άποψή του αυτή είναι ήδη πλατιά γνωστή. Κρίμα, ο Γιώργος αυτοκτόνησε το '65, ίσως δίκαια γι' αυτόν, μα άδικα για μας. Ήταν τρομακτική απώλεια για όσους τον ξέραμε και ιδιαίτερα για μένα, που ήμασταν πολύ δεμένοι.
Τον θυμάμαι πάντα με εκείνο το χαρακτηριστικό σχήμα του κύκλου, που έκανε με τα δάχτυλα, κι ήταν κάτι σαν χαιρετισμός. Σχημάτιζε έναν κύκλο, τον ουροβόρο όφι, σύμβολο της τελειότητας κι αυτού που δεν μπορεί να γίνει. Ήταν ένας συμβολισμός της θεότητας.
.

- Έτσι προσδιορίζεις κι εσύ τη θεότητα;
- Εγώ λέω κάτι άλλο. Λέω ότι η θεότητα είναι ένα ισόπλευρο τρίγωνο, του οποίου η μία πλευρά είναι λίγο μεγαλύτερη από τις άλλες!

- Μπορεί να υπάρξει ένα τέτοιο τρίγωνο;
- Δεν ξέρω.

- Τι σε έκανε να το δεις έτσι;
- Το απίθανο του πράγματος.

- Συνεπώς απορρίπτεις την ύπαρξη του Θεού;
- Δεν απορρίπτω τίποτε. Αλλά και ούτε μπορώ να δώσω κάποια άλλη απάντηση. Η φιλοσοφία δεν θέτει πια αυτό το ερώτημα. Μάλιστα, κάποιοι τώρα μιλούν και για το τέλος της φιλοσοφίας.

- Για το τέλος του κόσμου, που κάποιοι το προβλέπουν πολύ σύντομα, έχεις κάτι να πεις;
- Ποιο τέλος; Υπάρχουν πράγματα ασύλληπτα. Σύμφωνα με τη θεωρία του Big Bang, όλα δημιουργήθηκαν από μια μεγάλη έκρηξη και από τότε το σύμπαν εκτείνεται στο άπειρο.
Ο Αϊνστάιν, που δέχεται αυτή την αρχική έκρηξη, υποστηρίζει ότι το σύμπαν, καθώς διαστέλλεται, ψύχεται. Έτσι αρχίζει να συρρικνούται και όλα πάλι στο τέλος συμπίπτουν και φτου και από την αρχή.
Ο Χόυλ, ένας διάσημος αστρονόμος που εκτιμώ πάρα πολύ, λέει όμως πως δεν είναι σωστά πράγματα αυτά. Αυτά είναι μικροεπεισόδια. Όλοι, λέει, θέλουν να βλέπουν μια αρχή.
Δεν μπορούν να δεχθούν ότι το σύμπαν υπήρχε ανέκαθεν. Η μεγάλη έκρηξη δεν ήταν παρά ένα επεισόδιο. Τι ψάχνουμε να βρούμε; Πριν δεν υπήρχε τίποτα; Το τίποτα δεν νοείται, δεν υπάρχει. Και λέμε μπούρδες. Σιγά την άμαξα! Η δημιουργία δεν κινδυνεύει.

- Κινδυνεύει όμως ο πλανήτης μας. Τι λες γι' αυτό;
- Τι να πω γι' αυτό; Όλοι το βλέπουν το πρόβλημα. Είναι γνωστά πράγματα, κι όμως φερόμαστε παράλογα. Υπάρχει μια τάση αυτοκαταστροφής, σύμπτωμα παρακμής. Κι όπως είπα και πριν, το μόνο που μένει είναι η εσωτερική αντίσταση!



ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ Η ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΚΑΙ Η ΚΑΘ' ΟΙΟΝΔΗΠΟΤΕ ΤΡΟΠΟ ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΣΗ ΤΟΥ ΚΕΙΜΕΝΟΥ ΚΑΙ ΤΩΝ ΕΙΚΟΝΩΝ ΧΩΡΙΣ ΤΗΝ ΕΓΓΡΑΦΗ ΑΔΕΙΑ ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΚΤΗ - ΕΚΔΟΤΗ.