Τετάρτη, 7 Ιουλίου 2010

ΑΛΛΟΥ - ΣΤΟ ΛΙΜΙΩΝΑ ΤΟΥ ΜΠΑΡΜΠΑΜΗΤΣΟΥ (6)

6.
Το μεσημέρι πήγα ως τη βρύση της ακτής, το συνήθιζα κάθε μεσημέρι, είτε διψούσα είτε όχι. Δίπλα στη βρύση ήταν από πολλά χρόνια φυτρωμένο ένα πλατανάκι που μεγάλωσε κι έγινε πλάτανος πανύψηλος, φούσκωσε κι ο κορμός του με τα χρόνια, φούσκωσε τόσο που δεν τον χώραγε πια ο εαυτός του κι άρχισε λίγο-λίγο να κουφαίνει. Η κουφάλα με χωρούσε ολόκληρο πια. Τρύπωσα σκυφτά και λούφαξα μέσα στην ψυχή του δέντρου, αόρατος σαν κι αυτή, για να κρυφοκοιτάζω από κει το χρόνο, που ήρθε μονά-μονά να πιει και κείνο το μεσημέρι. Πήγε και κόλλησε πάνω στην πρασινισμένη βρύση κι άρχισε να ρουφάει βούλιμα, αγνοώντας τη δική μου παρουσία. Ξέγνοιαστος κι ανυποψίαστος, ρουφούσε κι έπινε το διάφανο μεδούλι του ο χρόνος, έπινε και ξανάνιωνε. Ξανάγινε έφηβος, ύστερα παιδί κι ύστερα βρέφος βυζανιάρικο, αδύναμο κι ανυπεράσπιστο, έσφιγγε τις γροθίτσες του κι αναζητούσε κλαψουρίζοντας τα στήθια της μάνας του. Ήδη ένα γλυκό νανούρισμα χάιδευε τ' αφτιά μου, μου νάρκωνε το νου. Αποκαρώθηκε ο τόπος, καταλαγιάσανε οι πόθοι κι οι ορμές μέσα στη μητρική αγκάλη του απέραντου μεσημεριού. Έγειρα παραδομένος στο θάμβος το δοξαστικό... κι ακούστηκε ύστερα η τρομερή φωνή ενός γαϊδάρου που συγκλόνισε όλη την ακτή. Τραντάχτηκα μέσα στην κουφάλα κι ο χρόνος έγινε με μιας καπνός και χάθηκε. Ακολούθησαν στη σειρά κι άλλα γκαρίσματα. Βγήκα πάλι σκυφτά απ' την κρυψώνα μου κι έτρεξα για το σπίτι, να δω τι αναπάντεχο έτρεχε.

Ήταν πράγματι δυο γαϊδουράκια στην αυλή, βοσκούσανε το ξερό χόρτο κι ούτε που τα ένοιαξε αν πέρασα δίπλα τους. Ήταν ανοιχτή η πορτούλα, ήταν ο Μπαρμπαμήτσος κι ένας άλλος γέρος στο τραπέζι, κουβέντιαζαν κι είχαν από ένα ποτηράκι κονιάκ μπροστά τους. Σα να ξαφνιάστηκαν μόλις μ' αντίκρισαν...
- Καλωσορίσατε, καλωσορίσατε! τους φώναξα.
- Βρε, βρε, κι εγώ που νόμιζα πως δεν θα είσαι εδώ, έλεγα θα είχες βαρεθεί! μου είπε ο Μπαρμπαμήτσος.
- Έτσι νόμιζα κι εγώ, αλλά...
- Έλα κάτσε, να πιούμε ένα για το καλώς βρεθήκαμε.
Πήρα κι εγώ ποτήρι και κάθησα.
- Στην υγειά μας! είπε ο άλλος γέρος και τσούγκρισε τα ποτήρια μας. Κάπου τους είχα διακόψει όταν μπήκα, μα σε λίγο βρήκαν τη συνέχεια της κουβέντας που είχαν. Έλεγαν ιστορίες που έμοιαζαν ατέλειωτες. Κάθε που έπαιρνε το λόγο ο ένας, χτύπαγε πρώτα το χέρι ή τον ώμο του άλλου κι ύστερα ξεκίναγε, με δυναμωμένη τη φωνή. Πότε - πότε, συνεννοούνταν μυστικά και γελούσαν, όχι μόνο για τα ευχάριστα που θυμούνταν, αλλά το ίδιο και για τα δυσάρεστα και τα βάσανά τους. Όταν απορροφούνταν για τα καλά, άρχιζαν και θόλωναν τα χαρακτηριστικά τους, μόλις που ξεχώριζαν τα πρόσωπά τους, μπερδεμένα με τις θύμησες, κυμάτιζαν σαν πέπλα στον αέρα. Η φωνή τους, όλο και πιο αργή και ήρεμη, έμοιαζε τεράστιος βυθός και μέσα του κατακαθόταν απαλά όλο το δωματιάκι κι εγώ μαζί, μ' όλες τις αισθήσεις μου και τις φαντασίες μου. Με είχαν τελείως λησμονήσει κι ένας λάγνος φόβος με κυρίεψε. Φοβόμουν μη μείνω για πάντα εκεί λησμονημένος, μη δεν τύχει να βρεθεί κάποια μνήμη να με φέρει πίσω.

Όταν κάποτε έπαψαν απότομα την κουβέντα, με κοίταξαν κι οι δυο σα να περίμεναν να τους ανακοινώσω κάτι συγκλονιστικό. Μα το πιο συγκλονιστικό ήταν εκείνη η ξαφνική ταχύπαλμη σιγή τους. Τίποτε δεν περνούσε από τη σκέψη μου, κι άλλωστε η σκέψη μου δεν μπορεί να ήταν άλλο από μια περιστασιακή διάσταση εκείνης της κοινής αγωνιούσας σιγής. Σηκώθηκε μετά ο άλλος γέρος, γιατί κατάλαβε ότι κόντευε να σωθεί το απόγευμα κι ήταν καιρός να φύγει για το χωριό.
- Ξαναπέρνα καμιά βόλτα, Βαγγέλη! του είπε ο Μπαρμπαμήτσος, σφίγγοντάς του το χέρι.
- Θα περάσω, παραπέρα! απάντησε εκείνος κι άφησε το χέρι του Μπαρμπαμήτσου, για ν' αποχαιρετήσει κι εμένα.
Βγήκαμε στην αυλή κι ο γερο-Βαγγέλης έλεγξε τον ουρανό για λίγο, διαπιστώνοντας πως δεν ήταν για βροχή ο καιρός. Μας ξαναχαιρέτησε και σάλτηξε με αξιοζήλευτη σβελτάδα στο γάιδαρο. Ο άλλος γάιδαρος ακολούθησε άδειος κι εμείς τους χαζεύαμε αμίλητοι. Είχαν βγει κι οι γάτες στο ξεπροβόδισμα, στέκονταν δίπλα μας και χάζευαν κι αυτές. Μα όταν ο γερο-Βαγγέλης με τα γαϊδουράκια του χάθηκαν πίσω απ' τη στροφή, παραξενεύτηκαν οι γάτες που εμείς συνεχίσαμε να κοιτάζουμε. Έφερναν στροφές γύρω στα πόδια μας κι απαιτούσαν να τους δώσουμε κάποια καλή
εξήγηση ή έστω κανένα ξεροκόμματο ψωμί. Προτιμήσαμε να τους δώσουμε λίγο ψωμί, αργότερα.

Ο γερο-Βαγγέλης πάντως δεν ξαναπέρασε να δει τον Μπαρμπαμήτσο. Μετά από λίγους μήνες έμαθα ότι πέθανε. Είχε ανέβει σ' ένα δέντρο νυχτιάτικα για να κόψει κλαρί και πλήγωσε το πόδι του σ' ένα σπασμένο κλωνάρι. Δεν κατέβηκε κι αποκοιμήθηκε εκεί ψηλά σε μια διχάλα του δέντρου, ενώ το πόδι του αιμορραγούσε. Τον έψαχναν την άλλη μέρα, ώσπου τον βρήκαν ξέψυχο πάνω στο δέντρο, να κοιμάται σαν πουλί...

Ξαναγυρίσαμε με τον Μπαρμπαμήτσο στο δωματιάκι και βρέξαμε το ξερό ψωμί για τις γάτες. Μας περίμεναν οι ξεφτισμένες καρέκλες και τ' άδεια ποτηράκια μας στη θέση τους.
- Βάλε να πιούμε ακόμα ένα! είπε ο γέρος.
Έβαλα κι εκείνος έφερε από το ράφι ένα μεγάλο κερί, ολόκληρη λαμπάδα, που την ισορροπήσαμε με δυσκολία στο τσίγκινο κηροπήγιο. Κάρφωσε το βλέμμα του στη φλόγα του κεριού κι αφού ήπιαμε μερικά ακόμα, άπλωσε το χέρι και μου έδειξε...
- Αν πεθάνω προτού λιώσει το κερί, τότε το κερί δεν θα λιώσει ποτέ! είπε κουνώντας το δείχτη του, να τονίσει πιότερο το νόημα των λόγων του. Και συνέχισε...
- Έχουν λιώσει αμέτρητα κεριά, μα το στερνό όχι, το στερνό δεν θα λιώσει ποτέ. Θα περνάνε οι καιροί κι αυτό θα καίει ίδια, μόνο του, εδώ. Μα για τον καθένα είναι αλλιώτικο σα λέει εδώ, ποτέ δεν θα είναι το ίδιο, πάντα αλλού θα είναι το εδώ... Έχει ο καθένας τη δική του ιστορία, μα δεν ξέρω αν κουβαλάμε εμείς τις ιστορίες μας ή μας κουβαλάνε αυτές μαζί τους...
Φάνηκε πως έχασε τον ειρμό της σκέψης του, σώπασε κι έφερε το βλέμμα του ένα γύρω στο δωμάτιο. Σταμάτησε στο φεγγίτη και κούνησε το κεφάλι...
- Για δες, δες εκεί, εκείνο το τζαμάκι του φεγγίτη, σα μια εικόνα σε κορνίζα είναι. Άπλωσε το χέρι σου, ναι, βάλε το χέρι σου πάνω, άδραξέ το, λείο. Από ένα τζαμάκι βλέπεις και την αλήθεια και το ψέμα, λεία όλα κι όλο το τοπίο, μέχρι πέρα στις βουνοκορφές. Κοίτα, έμεινε στάμπα πάνω τους η ζέστη του χεριού σου. Άκου! Αυτό το τσακάλι που σκούζει μας ξέρει, το τζάμι δηλαδή ξέρει... Όταν με το καλό περάσει η νύχτα και φέξει, ίσως και να το σπάζαμε από απροσεξία αυτό το τζαμάκι του φεγγίτη, να βλέπαμε τι θ' άλλαζε. Δεν είναι κακό. Και θα δικιολογηθούμε πως μια κίσσα χτύπησε πάνω και το έσπασε, γιατί της φάνηκε πως ήταν αληθινό το κλωνάρι της λεμονιάς που καθρεφτιζόταν στο γυαλί και πήγε η δόλια να κάτσει πάνω στο καθρέφτισμα... Τι γελάς; Α, όχι, όχι τώρα! Το χάραμα θα σκαρίσουν οι κίσσες. Άντε, βάλε ακόμα ένα, και κοίτα ύστερα σ' εκείνο το χαρτοκιβώτιο πίσω απ' το μπαούλο, έχω κάτι μεγάλα κομμάτια μελισσοκέρι μέσα. Βγάλε δυο να πλάσουμε κανένα κεράκι. Έχει και φυτίλια κάτω-κάτω στο κουτί. Φέρε να σου δείξω. Να τα βάλουμε πρώτα κοντά στη φωτιά να ζεσταθούν. Πάρε κι εσύ τον άλλο σουγιά και ξύστο, όπως εγώ, φλούδες. Πιάσε το φυτίλι και κόλλα γύρω το κερί, κομματάκι-κομματάκι. Σιγά - σιγά, δεν μας τρέχουν, να λιγοστέψουμε και τη νύχτα... Δεν με κολλάει κι ύπνος, στερέψανε και τα όνειρα. Που και που μόνο, μπορεί να ξαναδώ κανένα. Σα δω τη μέρα ένα πουλί να πετάει από το ένα δέντρο στο άλλο, μπορεί να το δω στον ύπνο μου να πετάει πίσω, από το άλλο δέντρο στο πρώτο. Να 'ναι όνειρο αυτό; Για να δω το κερί σου. Α, καλά το πέτυχες, ίσα με το φυτίλι το έφερες. Εγώ το αργώ επίτηδες, να το ξεγελάσω. Το γελάς το κερί όμως; Ούτε το γελάς, ούτε αυτό σε γελάει. Ενώ τη ζωή τη γελάς, παριστάνεις τάχαμου κάτι και την κάνεις να φαίνεται αλλιώτικη. Σε γελάει όμως κι αυτή ύστερα και πατσίζει. Δεν το παίρνεις χαμπάρι, νομίζεις όλα έτσι ήταν, όπως τα παρίστανες. Αλλά δεν θυμάσαι τι παρίστανες, τα πίστεψες πια κι εσύ. Τίποτα λες δεν παρίστανες, όλα ήταν έτσι όπως ακριβώς τα έζησες. Μα δεν σ' ακούω να λες τίποτα. Ή μη δεν μ' ακούς εσύ; Δεν ξέρω πια αν είμαι μόνος μου ή όχι, πότε μιλάω από μέσα μου και πότε φωναχτά. μόνο αν μου το λέει κάποιος...

- Σ' ακούω, Μπαρμπαμήτσο. Αλλά, πώς ήταν το ταξίδι 'κείθε; Δεν είπες τίποτα γι' αυτό...
- Και σαν τι να πω; Εσύ θα λες ότι πήγα και γύρισα. Δεν λέγονται αυτά εύκολα. Μόνο μια ομίχλη ήταν, μια γνώριμη ομίχλη. που με τύλιξε μια νύχτα με στρογγυλό φεγγάρι, σαν απόψε... κοίτα το που ήρθε στο παράθυρο. Η θάλασσα ήταν τόσο γαλήνια, η ίδια η γαλήνη είχε μεταμορφωθεί σε θάλασσα εκείνη τη νύχτα. Και κάτω, πιο χαμηλά απ' το φεγγάρι, ήταν ένα μεγάλο σύννεφο, σαν βουναλάκι, που έπλεε στη θάλασσα κι όλο ζύγωνε στην ακτή. Άχνιζε κι έφεγγε κι όλο ερχόταν, ώσπου η φωτεινή θολούρα έκρυψε και το φεγγάρι. Δεν ξεχώριζα πια τις κορυφογραμμές ούτε και ως που έφταναν κι έσμιγαν η άμμος και το νερό. Ούτε και τα πόδια μου καλοένιωθα, είχαν ελαφρύνει τόσο που το πάτημά μου στην άμμο δεν το άκουγα. Θολές μέσα στο φέγγος ήταν κι οι σκέψεις που έρχονταν στο μυαλό μου κι ένιωθα κάτι σα λαχτάρα και δισταγμό μαζί. Το σύννεφο πορευόταν από κοντά μου, σαν άνθρωπος, σα να είχε νου και να ήξερε πού πήγαινε. Εγώ πήγαινα κατά τη σπηλιά, πέρα στην άλλη άκρη της αμμουδιάς, έτσι μου φαινόταν. Περπατούσα και κάθε λίγο κοντοστεκόμουν και κοίταζα ένα γύρο, από συνήθεια, λες και τι θα έβλεπα. Πίσω μου και μπρος, ζερβά και δεξιά, το ίδιο ήταν όλα. Έκλεισα μια στιγμή τα μάτια και πάλι ίδια ήταν, ένας φωτεινός αχνιστός αέρας που περπάταγε μαζί μου... Θα είχα φτάσει στη σπηλιά κι ερχόταν μια μυρωδιά από 'κει, σαν από ζεστό γάλα και σάπια χόρτα. Ξεφανερώθηκε τότε ένα μεγάλο λιθάρι μπροστά μου κι είπα να καθήσω λίγο. Όπως κοίταζα χάμω, άρχισε να γεμίζει σκόρπια ξερόξυλα η άμμος, ήταν σα φίδια που χόρευαν και πάνω στο χορό τους μαρμάρωσαν κι έμειναν έτσι. Τα μάζεψα δίπλα στο λιθάρι μου ένα σωρό. Ύστερα βρήκα ένα κουτί σπίρτα στην τσέπη μου, κατά τύχη τα βρήκα. Με τις πολλές, κατάφερα κι άναψα τα γιαλόξυλα. Σα φούντωσαν καλά, αισθάνθηκα μια μεγάλη ανακούφιση, λες και είχα κάνει κάποιο μεγάλο χρέος της ζωής μου. Άπλωσα τα χέρια μου πάνω απ' τη φλόγα κι ήταν σα να τα έβλεπα πρώτη φορά, διάφανα ήταν, έβλεπα τη φλόγα από μέσα τους. Όλα στη φλόγα τέλειωναν κι άρχιζαν. Θεόρατες σκιές γλιστρούσαν ολόγυρα πάνω στις πέτρινες επιφάνειες, μαλάκωναν τα τοιχώματα της σπηλιάς και ταλαντεύονταν, έφερναν γύρω μου και στη μέση εγώ και η φωτιά ήμασταν όπως το σπόρι ενός παραγινωμένου καρπού που σήποταν η σάρκα του και μας ξεγύμνωνε, μας λευτέρωνε η ευλογημένη σήψη... Μια χρυσοπύρινη λάμψη έβγαινε κλεφτά μέσα απ' τη θάλασσα και την έφερε ένα κυματάκι ως έξω, κι άλλο κυματάκι μετά την ξανάφερε, κι άλλο, κι άλλο... Ώσπου ένα φως γαλαζωπό σκόρπισε στον αέρα από τα βάθη του πελάγους. Μ' έτσουζαν τα μάτια μου. τα έτριψα με τα δάχτυλά μου κι άρχισαν να στάζουν. Έκλαιγα χωρίς να ξέρω το λόγο. Σηκώθηκα απ' το λιθάρι κι ήμουν όλος μουδιασμένος, δυσκολευόμουν να περπατήσω και πιάστηκα από ένα βράχο δίπλα μου. Ήμουν ακόμα στη σπηλιά. Μια παρέα γλάροι παίζανε πάνω στο νερό κι ένα ζευγαράκι σύννεφα ταξίδευαν κατά το νοτιά. Ξεδιπλώθηκε ως πέρα η αμμουδιά, ως την άλλη της άκρη κι είπα να την περπατήσω. Αυτή μου το είπε, έλα, μου είπε. Γύρισα μια να δω τη φωτιά. Μια στερνή πνοή καπνιάς έβγαινε από τις στάχτες. Ακολούθησα την άμμο, έφτασα κοντά στη βρύση και πεθύμησα να πιω μια γουλιά. Μέχρι να πιω τη γουλιά μου, όλα έφεξαν. κυμάτιζε πέρα ο καλαμιώνας και πιο κει οι καναπίτσες της ρεματιάς. Είδα πόσο ψήλωσαν τα πλατάνια, δεν το είχα προσέξει άλλοτε. Και φάνηκαν παραπίσω τα κεραμίδια του σπιτιού με την καμινάδα. Όλα ήταν έτσι όπως ήταν, όλα μέσα σε μια ομίχλη που δεν φαινόταν πια. Έφτασα στην αυλή κι ήταν γεμάτη πεταλούδες. Οι γάτες τις έτρεχαν και πηδούσαν να τις πιάσουν. Μόλις μπήκα στο καμαράκι, έπεσε το μάτι μου ίσα στο ρολόι στο κομοδίνο. Σταματημένο ήταν, θα το είχα αστοχήσει να το κουρντίσω αποβραδίς. Κάθησα σ' αυτή εδώ την καρέκλα που κάθομαι τώρα. Δεν ήσουν εδώ, ούτε σ' έβλεπα ούτε σ' άκουγα. Κοίταζα συνέχεια τούτο το κερί κι όλο το ίδιο συλλογιόμουν... αν πεθάνω προτού λιώσει, τότε δεν θα λιώσει ποτέ. Κι εσύ θα θυμάσαι ότι ένα απομεσήμερο ήρθα 'κείθε που είχα πάει, και θα είσαι σίγουρος γι' αυτό, αφού είδες μαζί και το γερο-Βαγγέλη με τα δυο του γαϊδουράκια. Μπορεί, μπορεί και να είχαμε καθήσει εδώ και να τα λέγαμε, μπορεί σ' εκείνο το άδειο ποτηράκι να ήπιε κι ο γέρος το κονιακάκι του και μπορεί να έφυγε μετά, να πήγε στο κονάκι του στο χωριό. Έτσι είναι φτιαγμένα τα πράγματα, για να μη μας φαίνονται απίστευτα. Γι' αυτό και δεν παραξενεύεσαι που δεν βλέπεις τούτη την ομίχλη, που ένα κενό μέσα της μπορεί να είναι πιο πραγματικό κι απ' αυτή. Μπορείς μονάχα να το φαντάζεσαι και δεν απορείς ούτε για τούτη τη νύχτα, δεν απορείς που με ακούς να σου μιλώ αυτή την ώρα. Μπορεί να είναι κι η φωνή μου κάμωμα της φαντασίας σου, κι αν με βλέπεις τώρα, έτσι μπορεί να νομίζεις και για την εικόνα μου. Μα έτσι θα νομίζεις και για τούτο το γεμάτο φεγγάρι. Θα είναι πια μέρα και δεν θα έχει πια φεγγάρι, δεν θα φαίνεται το μεγάλο χρυσοφέγγαρο που λαμπυρίζει στη μέση στη θάλασσα μέχρι έξω στην άμμο. Όμως, η ομίχλη εκείνη υπήρχε πάντα, πριν εγώ τη δω και με τυλίξει. Το βλέπω καθαρά και τώρα, όπως όλα έγιναν πάλι ίδια, όπως τα ήξερα ίδια, μέσα σ' αυτή την ομίχλη την αόρατη...

Θα με είχε πάρει ο ύπνος στην καρέκλα, με το κεφάλι πάνω στο τραπέζι, δίπλα στο αδειανό τσίγκινο κηροπήγιο. Ο γέρος απέναντί μου θα έλεγε ακόμα τη συνέχεια, κι όταν με το χάραμα θ' άνοιγα τα μάτια, θα ήμουν πάλι εκεί και δεν θ' απορούσα. Θα ήταν σήμερα, μια μέρα που δεν μου ήταν άγνωστη και θα τραβούσα ίσα στο γιαλό, ν' ακολουθήσω τις πατημασιές μου στην άμμο, όπως έρχονταν απ' τη σπηλιά...



Τέλος

Δεν υπάρχουν σχόλια: